ΤΕΥΧΟΣ 197
Μάρτιος - Ἀπρίλιος 2011
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
ΔΙΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΜΕΤΑΛΗΨΙΝ
Ἀπό τό ὁμώνυμον βιβλίδιον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου
Ἀθῆναι 1992


(Συνέχεια ἐκ τοῦ τεύχους Ἰανουαρίου-Φεβρουαρίου 2011 σελ. 27-30)
 
-3ον- 

Εἰς τήν «Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν» τοῦ Ἰωάννου Μαρτίνου, ἔκδοσις τοῦ 1881, γρά­φεται ἐπί λέξει: «Τετάρτη ἐντολή τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι νά ἐξομολογούμεθα τάς ἁμαρ­τίας μας ἐνώπιον τοῦ ἱερέως, τοῦ κανονικῶς καί Ὀρθοδόξως χειροτονημένου, τουλάχι­στον τέσσαρας φοράς τόν χρόνον. Ὅσοι ὅμως εἶναι τελειότεροι εἰς τήν εὐσέβειαν, ἄς ἐξομολογοῦνται κάθε μῆνα, καί μετά νά λαμβάνουν τήν θείαν κοινωνίαν, ἀφοῦ προη­γουμένως νηστεύσουν σωματικῶς ἐπί τρεῖς ἡμέρας. Διότι ἄν οἱ ἑβραῖοι ὅταν ἔμελον νά δεχθῶσι τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ εἰς τό ὄρος Σινᾶ, διετάχθησαν ὑπό τοῦ Θεοῦ νά πλύνωσιν τά ἱμάτια αὐτῶν καί νά νηστεύσουν τρεῖς ἡμέρας, καί ταῦτα διά μίαν ἁπλῆν ὑποδοχήν ἑνός Νόμου, πόσω μᾶλλον οἱ Χριστιανοί πρέπει νά νηστεύσουν σωματικῶς καί πνευ­μα­τικῶς, μέλλοντες νά ὑποδεχθῶσιν αὐτόν τόν Θεόν, τόν ἐπί τῶ Σινᾶ δόντα τόν Νόμον;».

 Εἰς τήν Ἱεράν ἀνθολογίαν, ἔκδοσις τοῦ 1865, εἶναι γεγραμμένον: «Οἱ ἱερεῖς ἔχουν χρέος νά διδάσκουν τούς ἐνορίτας νά μεταλαμβάνουν εἰς τάς Τεσσαρακοστάς τοῦ χρόνου, προσερχόμενοι εἰς τήν Ἁγίαν Κοινωνίαν μέ καθαράν συνείδησιν καί εὐλάβειαν. Ἐάν ὅμως μερικοί θέλουν νά μεταλάβουν καί ἐκτός Τεσσαρακοστῆς, αὐτοί νά νηστεύουν ἑπτά ἡμέρας, ἤ πέντε, ἤ τρεῖς τουλάχιστον, ἐγκρατευόμενοι εἰς αὐτάς καί ἀπό σαρκι­κήν μίξιν οἱ ὕπανδροι, καί προετοιμαζόμενοι μέ τήν θείαν ἐξομολόγησιν. Καί τήν παρα­μονήν τό βράδυ νά μή τρώγουν τίποτε. Μόνον οἱ ἀσθενεῖς καί οἱ γέροντες ἤ τά παιδία, νά τρώγουν ὀλίγον κάτι, ἀλλά μετά τά μεσάνυκτα νά μή βάλουν τίποτε εἰς τό στόμα τους, καί νά κάνουν μετανοίας καί νά προσεύχωνται. Ἐπίσης νά εὑρίσκωνται ὅλοι εἰς τήν Ἐκκλησίαν κατά τήν ἀρχήν τῆς λειτουργίας, καί ὅσοι γνωρίζουν γράμματα νά διαβάζουν τήν ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως. Καί ἐκείνην τήν ἡμέραν νά λείπουν ἀπό πολυφαγίαν καί ἀπό σαρκικήν μίξιν.

 Ὅσοι Χριστιανοί δέν ἔχουν ἐμπόδιο ἀπό τόν πνευματικό τους, νά μεταλαμβάνουν κατ' αὐτόν τόν τρόπον. Ὁμοίως καί τά παιδία καί βρέφη νά τά μεταλαμβάνουν οἱ ἱερεῖς, εἰς ἁγιασμόν τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός των, διά τήν πίστιν τῶν γονέων, καί κατά τήν συνήθειαν τῆς Ἐκκλησίας» (σελ. 104).

 Ἐν παρενθέσει ἀναφέρομεν ἐδῶ ὅτι ὁ ἱερεύς ὑποχρεοῦται νά ἐρωτᾶ τόν πιστόν πού προσέρχεται νά μεταλάβη ἄν ἔχη ἄδειαν νά μεταλάβη καί ἐάν ἔχη ἐξομολο­γη­θεῖ. Ἐάν ὁ πιστός τοῦ ἀπαντήσει ὅτι ἔχει ἐξομολογηθῆ καί ἔχει ἄδειαν νά μεταλάβη, ὁ ἱερεύς πρέπει νά τόν μεταλαμβάνη καί ὄχι νά διστάζη καί νά ζητᾶ ἐγγράφως σημείωμα.

Ὁ Μητροφάνης ὁ Κριτόπουλος (1642), εἰς τήν Ὁμολογίαν του λέγει ὅτι πρό τῆς Θ. Κοινωνίας ἀπαιτεῖται ἑτομασία διά νηστείας καί ἀγρυπνίας.

 Περί νηστείας ὁμιλῶν καί ὁ Τερτυλλιανός, λέγει ὅτι πρό τῆς Θ. Μεταλήψεως τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Κυρίου, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ νηστεία.

 Ἀξίζει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ Νικηφόρος ὁ ὁμολογητής, διά τήν περίπτωσιν τοῦ μελλοθανάτου, λέγει: «Ὁ ἱερεύς πρέπει νά μεταλαμβάνη ἐκεῖνον ὅπου κινδυνεύει εἰς θάνατον καί ἄς ἔχει φάει». (Ἱερόν Πηδάλιον, σελ. 727).

 Ἐπανερχόμενοι διά τούς πρώτους Χριστιανούς ἐκτός τῶν ὅσων ἀνεφέραμε, λέγομεν ὅτι καί τάς συνάξεις των, πρός τέλεσιν τῆς Θείας Λειτουργίας, τάς ἐποίουν τό ἑσπέρας, συμφώνως πρός τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου. Φανερόν λοιπόν ὅτι καί ἐκτός τῆς Σαρακοστῆς, ἔτρωγον μόνον κατά τό ἑσπέρας μετά τήν Θείαν Μετάληψιν. Καί τήν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, ἔτρωγον μετά τόν ἑσπερινόν καί τήν Λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, κατά τήν ἐνάτην ὥραν (3 μ.μ. σημερινήν), ξηροφαγίαν, ἤ ὄ­σπρια χωρίς λάδι. (Θ. Στουδίτου, Χρονική Διδασκαλία).

 Ὁ ἱερός Χρυσόστομος εἰς τήν ὁμιλίαν του περί τοῦ ὅτι δέν ἀρκεῖ ἡ νηστεία τῆς Τεσ­σαρακοστῆς διά νά μπορῆ κάποιος νά κοινωνῆ, ἀλλά ὅτι πρέπει καί ἡ ψυχική ἀρετή νά ὑπάρχη πρῶτα, λέγει: «Οὐδένα κέρδος ἔχομεν ἀπό τούς κόπους καί ἱδρῶτας τῶν νηστειῶν, ἐάν δέν ἔχωμεν καθαράν συνείδησιν. Οὐδείς νά στηρίζεται μόνον εἰς τήν νηστείαν, ἐάν ἔμεινε ἀδιόρθωτος εἰς τά πάθη του. Διότι αὐτός πού δέν ἐνήστευσε εἶναι δυνατόν νά συγχωρεθῆ μέ τήν δικαιολογίαν ὅτι ἦτο ἄρρωστος. Αὐτός ὅμως πού δέν διώρθωσε τά πάθη του, εἶναι ἀδύνατον νά συγχωρεθῆ διότι δέν ὑπάρχει δικαιολο­γία. Δέν ἐνήστευσες διά τήν ἀσθένειαν τῆς σαρκός σου, τούς ἐχθρούς σου διατί δέν συγ­χώρησες; εἶπέ μου».

 Βλέπομεν, λοιπόν, διά μίαν ἀκόμη φοράν ὅτι μόνον λόγω ἀσθενείας συγχωρεῖ­ται αὐτός πού δέν νηστεύει πρό τῆς Θ. Μεταλήψεως.

 Ὅθεν, «δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτω ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω». Ἑρμηνεύων ὁ Ζιγαβηνός τό «δοκιμαζέτω ἑαυτόν» λέγει: «ἐξεταζέτω εἰ ἄξιος ἐστίν». Δηλαδή ὁ θεῖος ἀπόστολος δέν εἰσηγεῖται τήν αὐτοδοκι­μασίαν, ἀλλά τήν αὐτοκάθαρσιν, τήν ἠθικήν κάθαρσιν τοῦ ἑαυτοῦ, τήν ἀπόφασιν τῆς διορθώσεώς μας, διά τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας καί ἐξομολογήσεως, καί τῶν κανονικῶν μέσων τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς καί τῆς ἐγκρατείας. Μέ κριτήν ὄχι τόν ἑαυτόν μας, ἀλλά τόν πνευματικόν πατέρα, ὁ ὁποῖος ἔχει ἄδειαν ἀπό τόν οἰκεῖον Ἐπίσκοπον νά ἐξομολογῆ καί νά παρέχη τήν συγχώρησιν ἤ μή, ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως. Διότι μόνον ὁ πνευματικός, ὡς δεύτερος, εἶναι δυ­νατόν νά κρίνη δικαίως περί τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τοῦ ἐξομολογουμένου πιστοῦ, καί ὄχι τό ἴδιο τό ἄτομο, ἐπειδή νικᾶται ἀπό τούς ψυχολογικούς νόμους τῆς αὐτα­πάτης καί αὐτοδικαιολογῆται.

 «Ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως, κρῖμα ἑαυτῶ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό Σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α΄ πρός Κορινθ. Κεφ. ΙΙ, στιχ. 29). Γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος εἰς τήν ἑρμηνείαν του εἰς τάς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ Ἀπ. Παύλου: «...Ὁ ἀνα­ξίως μεταλαμβάνων Χριστιανός, εἰς κατάκρισίν του μεταλαμβάνει, διότι δέν ἐξετάζει μηδέ ἐννοεῖ τό μεγαλεῖον τοῦ Μυστηρίου. διότι ἄν ἠθέλαμεν στοχασθῆ καλά, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὅπου μεταλαμβάνομεν, ὅτι δηλαδή εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μυστικῶς παρών, ὑποκάτω εἰς τό εἶδος τοῦ ἁγιασμένου ἄρτου, βέβαια, δέν ἠθέλαμεν χρειασθῆ ἄλλην διδασκαλίαν. Ἀλλά αὐτός ὁ στοχασμός θά μᾶς ἔκανε νά φοβούμεθα, νά νήφωμεν, καί νά εἴμεθα προσεκτικοί ὅταν μεταλαμβάνωμεν».

 Καί τό συμπέρασμα μᾶς τό παρέχει ὁ Ἅγιος Χρυστόστομος, ὁ ὁποῖος, ἐπαναλαμ­βάνομεν, λέγει: «Μέλλοντες προσιέναι τῆ φρικτῆ καί Θεία Τραπέζη καί τῆ ἱερᾶ Μυσταγωγία, μετά φόβου καί τρόμου τοῦτο ποιεῖτε, μετά καθαροῦ συνειδότος, μετά νηστείας καί προσευχῆς».

 Ἀπαραίτητες σημειώσεις περί τῆς Θείας Κοινωνίας

 Κατά τούς παλαιούς χρόνους τό μυστήριον τῆς Θ. Εὐχαριστίας ἐτελεῖτο κεκλει­σμένων τῶν θυρῶν τοῦ ναοῦ. διάκονοι ἐφύλαττον παρά τάς θύρας. οἱ κατηχούμενοι ἐξήρχοντο τοῦ ναοῦ. σήμερον ἄλλως ἔχουσι τά πράγματα.

 Κατά τούς πρώτους χρόνους ἡ Θ. Κοινωνία ἐθεωρεῖτο ἀνάγκη. Δέν ἦτο νοητόν νά μή κοινωνήση ὁ πιστός, τελουμένου τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Ἡ ἱστορία τῆς Θ. Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων ὁμιλεῖ εὐφραδῶς. Ἡ στέρησίς τινος τῆς Θ. Κοινωνίας ἦτο βαρύ, ἀνυπόφορον. Ὁ Κύριος ἠπείγετο πρός τόν θάνατον Αὐτοῦ, ἵνα ἐπιστρέψη εἰς τούς κόλπους τοῦ Οὐρανίου Πατρός καί πληροφορήση Αὐτόν, ὅτι ἐπλήρωσε τήν Ἀποστολήν Του, ὁ δέ χριστιανός ἠπείγετο πρός τήν Θ. Κοινωνίαν, ἵνα ζῆ ἡνωμένος ἐν τῶ Θεῶ Πατρί μετά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐνανθρω­πήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου Αὐτοῦ.

Τοῦ χρόνου προϊόντος ὁ ζῆλος οὗτος ἐχαλαρώθη, ἠμβλύνθη τόσον, ὥστε σήμε­ρον νά ὑπάρχωσι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἀπέχουσι συστηματικῶς τῆς Θ. Κοινωνίας ἐπί σειράν ἐτῶν!

 Ὁ Θ΄ Κανών τῶν ἁγίων ἀποστόλων(*), μᾶς λέγει: «Ὅσοι Χριστιανοί ἐμβαίνουσιν εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ὅταν ἐπιτελῆται ἡ Θ. Λειτουργία, καί ἀκούουσι μέν τάς Θείας Γραφάς, δέν προσμένουσιν δέ μέχρι τέλους, μήτε μεταλαμβάνουν, αὐτοί πρέπει νά ἀφορίζωνται, ὡσάν ὁποῦ προξενοῦσιν ἀταξίαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν».

Χρόνος προσελεύσεως εἰς τό μυστήριον καί νηστεία
πρός τῆς Θ. Μεταλήψεως

 Ὁ Θεσσαλονίκης Συμεών λέγει, ὅτι νά μή ἀφήνουν οἱ Χριστιανοί νά περνοῦν τεσσαράκοντα ἡμέρες, ἀλλ' ὅσον εἶναι δυνατόν καί ὀγληγορώτερα νά μεταλαμβά­νουν, καί κάθε Κυριακήν, ἄν εἶναι τρόπος, καί μάλιστα οἱ γέροντες, καί ἀσθενεῖς (κεφ. τξ΄). Καί ἡ Ὀρθόδοξος Ὁμολογία (σελ. 111), λέγει ὅτι οἱ εὐλαβέστεροι Χριστια­νοί νά ἐξομολογοῦνται κάθε μῆνα. Εἰ δέ τοῦτο, δῆλον ὅτι καί νά κοινωνοῦν κάθε μῆνα, νά κοινωνοῦν ὅμως μέ τήν πρέπουσαν προετοιμασίαν τῆς συντριβῆς, ἐξομολο­γήσεως, καί τῆς κατά δύναμιν νηστείας.

 Καί μ' ὅλον ὅπου ἀπό τούς Θείους Κανόνας νηστεία πρό τῆς Μεταλήψεως οὐ διορίζεται, οἱ δυνάμενοι δέ νηστεύειν πρό αὐτῆς καί ὁλόκληρον ἑβδομάδα, καλῶς ποιοῦσιν. (Ἱερόν Πηδάλιον σελ. 230).

Ἐπίσης ὁ Νικηφόρος ὁ ὁμολογητής λέγει: «Πρέπει νά μεταλαμβάνη ὁ ἱερεύς ἐκεῖνον ὁποῦ κινδυνεύει εἰς θάνατον καί ἀφ' οὗ ἔφαγε». (Πηδάλιον σελ. 727).

 Ὅποιος ἀπογνωσθῆ διά θάνατον, νά μή ἀποστερῆται τό τέλειον, καί ὁλοϋστε­ρι­νόν, καί ἀναγκαιότατον ἐφόδιον διά τόν δρόμον ἐκεῖνον καί τήν ἀποδημίαν, ὅπερ ἐστιν ἡ μετάληψις τῶν θείων Μυστηρίων. Γράφει δέ καί ὁ ἀλεξανδρείας Διονύσιος τῶ Φαβίω ἐπιστέλλων, «ὅτι ἕνας πιστός γέρων Σεραπίων ὀνομαζόμενος, ὅστις ἐθυσίασε τοῖς εἰδώλοις, καί ἀσθενήσας βαρέως, καί τρεῖς ἡμέρας ἄφωνος ὤν, ἀναλαβών ὀλίγον τῆ τετάρτη ἡμέρα, ἐκάλεσε τόν ἀνεψιόν του, καί τοῦ εἶπεν νά ἔλθη ἕνας ἱερεύς. Ἐπῆγε ὁ παῖς εἰς τόν Πρεσβύτερον. ἦτο δέ νύκτα ὁ καιρός. Ἔτυχε δέ νά ἀσθενῆ καί ὁ ἱερεύς ὥστε ὁποῦ νά ὑπάγη δέν ἠδυνήθη. Ἐπειδή δέ ἐγώ (ὁ Διονύσιος δηλ.) εἶχα προσταγήν εἰς τούς ἱερεῖς, ὅτι νά συγχωροῦν νά μεταλαμβάνουν οἱ κινδυνεύοντες εἰς θάνατον, ἐάν μάλιστα τοῦτο παρακαλοῦντες ζητοῦσι, διά νά ἀποθνήσκουν καί νά ἀποδημοῦν ἀπό τήν παροῦσαν ζωήν μέ καλήν ἐλπίδα, ἔδωκεν ὁ ἱερεύς εἰς τό παιδάριον μερίδα τοῦ Πανα­γίου Ἄρτου, καί τοῦ εἶπεν ὅτι νά τήν βρέξη καί νά ἐγχέη εἰς τό στόμα του γέροντος, καί οὕτω ποιήσαντος τοῦ παιδαρίου, ὀλίγον ἐκεῖνος καταπιών, εὐθύς παρέδωκε τό πνεῦμα του». (Εὐσεβ. ἐκκλ. ἱστορ. βιβλ. ς΄, κεφ. μδ΄). Καί ἠλίας δέ ὁ Κρήτης Μητροπολίτης γράφων πρός τινα μοναχόν Διονύσιον, λέγει, ὅτι «ἄν τις ὀλίγον ἀκόμη ἀναπνέη, καί τελείως δέν ἐνεκρώθη, ἀναισθητεῖ δέ ὅμως, καί οὔτε νά πάρη, οὔτε νά φάγη τίποτε ἠμπορεῖ, ἤ καί κατά ἄλλον τρόπον πτύει ἐκεῖνο ὁποῦ τοῦ βάλουν εἰς τό στόμα, ἄν λέγω εἶναι τοιοῦτος τις, πρέπει ὁ ἱερεύς μετά προσοχῆς νά σφραγίζη τά χείλη του, καί τήν γλῶσσάν του μέ τήν ἐπαφήν καί ἐπίχυσιν τῶν Μυστηρίων. (Ἱερόν Πηδάλιον σελ. 141 καί Συμεών Θεσσαλονίκης κεφ. κδ΄).

 (Συνεχίζεται)

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 Σημ. «Ο.Π.»: Πιστεύομεν ὅτι ὁ πιστός ὀφείλει νά ἐξομολογῆται πάντοτε ὅταν ἡ συνεί­δησίς τοῦ καταμαρτυρῆ ὅτι εἴς τι ἔπταισεν. Ὁ δέ ἀληθής χριστιανός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τό στάδιον τῆς κατά τῆς ἁμαρτίας νίκης ἐξομολογεῖται συνεχῶς, διότι πρό τοῦ φωτισμοῦ εὑρισκόμενος βλέπει τήν ἐν γένει ἀτέλειάς του καί ταπεινοῦται, ἄλλως ἡ χάρις δέν ἐπισκιάζει!...

(*) Ὑποσημείωσις: Τήν συχνήν προσέλευσιν εἰς τό μυστήριον τῆς Θ. Μεταλήψεως διδάσκει ὁ παρών Κανών. εἰ δέ καί ὁ Βαλσαμών, εἰς τόν η΄ Ἀποστολικόν λέγει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά μεταλαμβάνουν οἱ Χριστιανοί καθ' ἑκάστην. ἰδού ὁποῦ ἐπιστομίζεται ἀπό τόν παρόντα Κανόνα, καί ἄκων ὁμολογεῖ πώς εἶναι δριμύτατος, διότι ἀφορίζει τούς φεύγοντας καί μή μεταλαμβάνοντας. Πῶς γάρ οἱ θεῖοι ἀπόστολοι ἤθελαν νά νομοθετήσουν πρᾶγμα ἀδύνατον; Ἔπειτα ὁ Κανών δέν λέγει καθ' ἑκάστην, ἀλλά τούς μή παραμένοντας τῆ Ἁγία Μεταλήψει, ὅταν δηλαδή τελῆται ἡ Θ. Λειτουργία. Παρεξηγοῦν δέ τόν κανόνα, ὅσοι λέγουν ὅτι ἀφορίζει τούς μή καρτεροῦντας εἰς τήν λειτουργίαν, ἕως οὖ νά μεταλάβωσιν οἱ ἄξιοι.      


ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
@ ΓΟΕΕ 2011