ΤΕΥΧΟΣ 195
Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2010
ΣΥΝΕΚΛΗΘΗ Η ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ
ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΕΝ ΤΗ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
(ἀπό 24 καί 26 Νοεμβρίου 2010)

Εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς καί εἰς τόν ἱερόν Ναόν ἁγίας Αἰκατερίνης, παρά τήν Στρογγύλην Κορωπίου Ἀττικῆς, ἀπό τήν Τρίτην 24 Νοεμβρίου ἕως καί τήν Πέμπτην 26, συνῆλθεν ἡ Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τελευταίαν διά το ἔτος 2010 τακτικήν Συνεδρίασιν, καί ἐπελήφθη τοῦ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ τῆς ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ τῆς προηγουμένης Συνόδου, (Α.Π.  525α/8.11.2009, «Ο.Π.» Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2009 σελ. 456-459), τό ὁποῖον δέν κατέστη δυνατόν νά ἐξετασθῆ κατά τήν ἴδιαν Σύνοδον τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀπό 26 ἕως 28 Νοεμβρίου 2009, ἔχει δέ ὡς κάτωθι:

           «Α.Π. 525α                                                  Ἐν Κορωπίω τῆ 8η Νοεμβρίου 2009

 ....................................................................................................................................

 ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

 ΘΕΜΑ 1ον: Περί τοῦ πῶς δέον νά γίνωνται δεκτοί οἱ ἐπιστρέφοντες ἐκ τῶν σχισματοαιρετικῶν, ἤτοι οἱ ἐκτός Ἐκκλησίας «βαπτισθέντες». Ἐπί τοῦ θέματος εἰσηγητής ὡρίσθη ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κιτίου κ. Παρθένιος. ΘΕΜΑ 2ον: ἀπάντησις εἰς τόν νεοημερολογίτην Μητροπολίτην Πειραιῶς Σεραφείμ ἐπί τῆς ἀπό 2ας Ἰουνίου 2009 ἐπιστολῆς του, εἰς τήν ὁποίαν θίγει καί τό θέμα τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπί τοῦ θέματος εἰσηγητής ὡρίσθη ὁ Πανοσιολογιώτατος ἱερομόναχος π. ἀμφιλόχιος. ΘΕΜΑ 3ον: ἐξέτασις αἰτήσεων προσχωρήσεως εἰς τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν Κληρικῶν καί λαϊκῶν, προερχομένων ἐκ τοῦ χώρου τοῦ εὐρυτέρου Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμε­νισμοῦ. ΘΕΜΑ 4ον: Περί τοῦ ΑΜΚΑ. Ἐπ' αὐτοῦ θά ἀναγνωσθῆ μελέτη τοῦ ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου. ΘΕΜΑ 5ον: Περί τῆς ὁμολογίας κατά τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ-Οἰκουμενισμοῦ τοῦ νέου ἀσκητοῦ τῆς Μονῆς Χοζεβᾶ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρουμάνου καί πρότασις νά ἐνταχθῆ εἰς τό ἁγιολόγιον διά νά ἑορτάζεται μετά τῶν ΝΕΩΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ.

 Η ΕΝΔΗΜΟΥΣΑ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ

 Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος,  Ὁ Κιτίου καί πάσης Κύπρου Παρθένιος, Ὁ Πρωθιερεύς Μιχαήλ  Ἰωάννου, Ὁ Ἱερεύς Ἀγαθοκλῆς Παπαδόπουλος, καί ὁ Ἱερομόναχος Ἱερεμίας Μελετίου»

 Κατά τήν ἐν λόγω Ἱεράν Σύνοδον παρέστησαν καί ἔλαβον μέρος οἱ Σεβ/τοι Μητροπολῖται:

 1) Ἐκ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος καί οἱ ἱερεῖς π. Ἀμφιλόχιος, π. Θωμᾶς καί π. Παντελεήμων, (τοῦ π. Ἀνδρέου μη δυνηθέντος νά παραστῆ διά λόγους ὑγείας), καθώς καί οἱ ὁσιώτατοι Μοναχοί: Βαρνάβας, Κύριλλος, Ἀβράμιος καί Θεόδωρος ὡς πρακτικογράφος, καθώς καί ὁ λαϊκός κ. Ἀντ. Μάρκου, ὅστις ἐτέλει χρέη Γραμματέως ἀλλά καί ὡς εἰσηγητής ἐπί τινων, ἐκτός τῆς ὡς ἄνω Η.Δ. θεμάτων.

 2) Ἐκ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μολδαβίας κ. Γερόντιος καί ὁ Αἰδ/τος Πρωθιερεύς π. Νικόλαος Sova, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ πολιοῦ Γέροντος, ἐπισκόπου Μπακάου κ. Κασσιανοῦ καί οἱ ὁσιώτατοι Μοναχοί: Μαρτιανός, Κασσιανός καί Βιβιανός.

 3) Ἐκ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κιτίου κ. Παρθένιος καί ὁ ἱερολ/τος Διάκονος π. Σωζόμενος Πολυβίου.

 4) Ἐκ τῆς ἐν Ἀφρικῆ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κένυας κ. Ματθαῖος.

 Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κιέβου κ. Σεραφείμ, δεν κατέστη δυνατόν νά παραστῆ ὡς εὑρισκόμενος εἰς ποιμαντικήν περιοδείαν εἰς τήν Οὐκρανίαν-Ρωσίαν.

Ὀλίγον πρίν τήν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς τελευταίας διά τό 2010 Παορθοδόξου Ἱερᾶς Συνόδου, 26.11.2010.

ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ

 Κατ' ἀρχάς καί πρό Η.Δ., ὁ Σεβ/τος Μητροπολίτης Κιτίου κ. Παρθένιος ἀναφερθείς ἐπί τοῦ κατά τῶν Νικολαϊτῶν Κατηγορητηρίου (Α.Π. 498/2/15.1.2009 «Ο.Π.» Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2009 σελ. 465-475, καί ἀκριβῶς καί «Ο.Π.» Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2010 σελ. 133), εἰσηγήθη τό ἐν ἐκκρεμότητι εὑρισκόμενο θέμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου κατά τοῦ φερομένου ὡς «Μητροπολίτου» κ. Σεβαστιανοῦ Σταύρου, ἐνῶ κατέθεσεν καί εἰδικόν κατ' αὐτοῦ Κατηγορητήριον, μέ Α.Π. 579/26.11.2010, καί ἐτόνισεν ὅτι δέον νά ληφθῆ ὑπ' ὄψιν καί το ἀνωτέρω Γενικόν Κατηγορητήριον κατά τῶν Νικολαϊτῶν (Α.Π. 498/2/15.1.2009), τό ὁποῖον ἐν πολλοῖς, ἄν μή καί καθ' ὁλοκληρίαν, κατόπιν τῆς μετ' αὐτῶν ἑνώσεως καί Κοινωνίας τοῦ φερομένου ὡς «Μητροπολίτου Κιτίου» κ. Σεβαστιανοῦ, ἀφορᾶ ἀμέσως ἤ ἐμμέσως καί εἰς αὐτόν.

 Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀποδεχθεῖσα ἐν τῶ συνόλω της τήν Πρότασιν-Εἰσήγησιν τοῦ ἁρμοδίου Μητροπολίτου, ὥρισεν Συνοδικόν Δικαστήριον ἀποτελούμενον ἐκ τῶν Μητροπολιτῶν: α) Κιτίου Παρθενίου, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, β) Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κηρύκου, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί γ) Κένυας Ματθαίου, τῆς ἐν Ἀφρικῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εὐχηθεῖσα την κατά τήν Κανονικήν Τάξιν καί Ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν καί ἐν γένει Ὀρθόδοξον Δεοντολογίαν, καί πάντοτε εἰς τά πλαίσια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, περάτωσιν τοῦ θέματος(*).

 ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΤΟΥ κ. ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ
ΕΙΣ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

 Ἐπίσης πρό Η.Δ. ἡ Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος ἐπελήφθη ἰδιαιτέρως καί τῆς προσφυγῆς, τοῦ ἐν λόγω ὡς «Μητροπολίτου Κιτίου» φερομένου κ. Σεβαστιανοῦ Σταύρου, εἰς τά Πολιτικά Δικαστήρια, κατά Κληρικῶν καί λαϊκῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καί οὐσιαστικῶς κατά τοῦ ἐκδότου καί τοῦ Διευθυντοῦ αὐτῆς. ἐν προκειμένω ἀνεγνώσθη τό κείμενον τῆς ἀγωγῆς του (Α.Κ. 11574 τοῦ 2009), το ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀκριβῆ ἀντιγραφήν καί ἀπομίμησιν τῶν ἀγωγῶν τοῦ ἑτέρου ψευδεπισκόπου ἐκ τοῦ Κλίματος τῆς Ἑλλάδος κ. Ἰγνατίου Δάσσιου, (Α.Κ. 166/2008 καί Α.Κ. 5087/2008), τοῦ ἤδη ἀπολύτως Κανονικῶς καί ἠτιολογημένως καθαιρεθέντος καί διά τόν λόγον αὐτόν, ἤγουν τῆς προσφυγῆς του εἰς τά Πολιτικά Δικαστήρια. Τήν Ἱεράν Σύνοδον δέν ἀπησχόλησαν οἱ λόγοι τῆς ἐπαναληπτικῆς ἀγωγῆς τοῦ κ. Σεβαστιανοῦ, δηλαδή ἐάν αὐτοί ἧσαν πρός ἐκφοβισμόν τῶν καθ' ὦν αὕτη, ἤ πρός τυχόν προσδοκώμενον ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΝ του καί μέ πρόθεσιν καί σκοπόν τήν καταλήστευσιν τῶν ἀδίκως ἐναγομένων ἀγωνιστῶν καί βιοπαλαιστῶν!!!

 Ἐπίσης ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν καί τήν ὑπ' Α.Π. 563/15/28.2010 «ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΝ» τοῦ θεολόγου καί Δ/ντοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Πνοῆς κ. Ἐλ. Γκουτζίδη, πρός τόν κ. Σεβαστιανόν Σταύρου, ἤδη δημοσιευθεῖσαν εἰς τό ἐπίσημον Δημοσιογραφικόν Ὄργανον, τῆς Ἐκκλησίας, («ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΟΗ», Τεῦχος 194 Αὐγούστου-ὀκτωβρίου 2009 σελ. 211-235). Κατόπιν αὐτῶν ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀπολύτως ἀλυσιτελεῖς καί ἀβασίμους τάς αἰτιάσεις τοῦ ἐνάγοντος καί ὑπεγράμμισεν τό γεγονός, καθ' ὅ ἡ «Ὀρθόδοξος Πνοή» καί οἱ δύο ὑπεύθυνοι αὐτῆς, (ὁ ἐκδότης καί ὁ Διευθυντής), κινοῦνται ἀπολύτως εἰς Θεολογικόν-ἐκκλησιολογικόν πεδίον καί ὄχι προσωπικόν, καί ἐν τέλει ὅλοι οἱ χαρακτηρισμοί εἰς τά κείμενά των εἷναι ἀπολύτως ἀληθεῖς καί ἀντικειμενικοί καί προηγουμένως εἷναι ἅπαντες ἐν χρήσει καί ἀπαντῶνται εἰς τά ἁγιογραφικά, Πατερικά καί Λειτουργικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας. Παρά ταῦτα ὅμως ἐάν ὁ ἐνάγων εἷχεν ἤ ἔχη ἄλλην ἐκτίμησιν, ὤφειλεν νά προσφύγη εἰς τήν «Σύνοδόν» του καί ποτέ εἰς Πολιτικά-Κοσμικά Δικαστήρια, ἐνῶ, a Priori, ὤφειλεν ΗΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΩΣ νά ζητήση τήν ἀνάκλησίν των.

 Ἐν προκειμένω ἡ Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος ἐπανέλαβεν τήν σχετικήν ἀπόφασιν μέ Α.Π. 410/4/17.2.2009, διά τῆς ὁποίας ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΕΝ ἐκείνας τάς ἀγωγάς τοῦ κ. Ἰγνατίου Δάσσιου ὡς: α) ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΑΣ καί ΑΠΗΓΟΡΕΥΜΕΝΑΣ ἐνεργείας, β) ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΥΣ πρός τήν ἰδιότητα καί το ἧθος Κληρικοῦ καί γ) ΑΛΥΣΙΤΕΛΕΙΣ καί ΑΒΑΣΙΜΟΥΣ. («Ο.Π.» Μαρτίου-Ἀπριλίου 2009 σελ. 119-121). Ὡσαύτως ἐτονίσθη ὅτι, μετά τήν «Παραίτησιν» τοῦ κ. Δάσσιου ἐκ τῶν δικογράφων του βάσει καί τῆς προηγηθείσης «Κοινῆς Δηλώσεως» (ἐνάγοντος καί ἐναγομένων) εἷναι δίς ἀπαράδεκτος ἡ προσφυγή του κ. Σταύρου εἰς τά Πολιτικά Δικαστήρια. (Ὅρα «Τακτική Διαδικασία Πρωτοδικείου ἀθηνῶν 226/2009»).

 Λόγω τῆς ἀπό πάσης ἀπόψεως μεγάλης σημασίας τῆς ἀνωτέρω ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ, παρατίθεται αὕτη καί ἐνταῦθα, ἐκ τοῦ Τόμου τοῦ 2009 σελ. 119-121.

 «ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ

(4/7 Φεβρουαρίου 2009)

Ἱερός Ναός ἁγίας Αἰκατερίνης Κορωπίου Ἀττικῆς

19400 Τ.Θ. 54

              Α.Π. 410                                                                   Ἐν Ἀθήναις τῆ 4/17.2.2009

ΑΠΟΦΑΣΙΣ

 ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ΤΟΥ κ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΔΑΣΣΙΟ

 (εἰς τό Πολυμελές Πρωτοδικεῖον ἀθηνῶν, Α.Κ.Δ. 1616/2008 καί 5087/2008

ΚΑΤΑ

ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΑ.Ι.ΚΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 Ἡ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ λαβοῦσα ὑπ' ὄψιν:

 1ον. Τάς μέ ἀριθμούς καταθέσεως 1616/2008 καί 5087/2008 δύο ἀγωγάς τοῦ κ. Ἰγνατίου Δάσσιου κατά Κληρικῶν καί Λαϊκῶν μελῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διά δημοσιεύματα εἰς τήν «Ὀρθόδοξον Πνοήν».

 2ον. Τά δημοσιεύματα τῆς «Ο.Π.», ἐπί τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ ἐνάγων, ἤτοι: α) Τήν ὑποσημείωσιν (8) εἰς τάς σελίδας 237-238 τῆς «Ο.Π.» ἀτ. τ. 176 Ἰούλιος-Αὔγουστος 2007, Τόμος 18ο, καί β) Ἄρθρον, τοῦ Διευθυντοῦ τῆς «Ο.Π.»  ἐν σελίδι 25 ὡς καί την Β΄ ΔΗΜΟΣΙΑΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΝ ΤΟΥ Μητροπολίτου κ. Κηρύκου ἐπί τῆς ὑπ' ἀριθμ. 3282/28.11.2007, «Καθαιρέσεως» του εἰς τάς σελίδας τῆς «Ο.Π.» 26-35 Α.Τ. 179 Ἰανουάριος-Φεβρουάριος 2008, Τόμος 19ος.

 3ον. Τήν ἀπαντητικήν ἐπιστολήν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς «Ο.Π.», (Ἐλευθ. Γκουτζίδη) προς τόν ἐνάγοντα, δημοσιευθεῖσαν εἰς τό αὐτό περιοδικόν καί εἰς τάς σελ. 147-160 τοῦ Τεύχους 180 Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2008, Τόμος 19ος.

 4ον. Τήν ὑπό τοῦ Δ/ντοῦ τῆς ὡς ἄνω «Ο.Π.» ΑΝΑΚΛΗΣΙΝ τῆς ὑπ' ἀριθμ. (8) ὑποσημειώσεως, δημοσιευθεῖσαν εἰς τό αὐτό περιοδικόν, εἰς τάς σελ. 243-246 τοῦ ὑπ' ἀρ. 181 Τεύχους, Μάϊος-Ἰούνιος 2008, Τόμος 19ος.

 5ον. Τήν Δευτέραν ἐπιστολήν τοῦ Δ/ντοῦ τῆς «Ο.Π.» πρός τόν ἐνάγοντα δημοσιευθεῖσαν ἐπίσης εἰς τό αὐτό Περιοδικόν καί εἰς τάς σελ. 374-387 τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 183 Τεύχους Σεπτέμβιος-Ὀκτώβριος 2008, Τόμος 19ος.

 6ον. Τήν ὑπ' ἀριθμ. Πρ. 94/10.7.2008 ἐπιστολήν τοῦ ἱερ/χου π. Ἀμφιλοχίου προς τόν κ. Ἰγνάτιον, δημοσιευθεῖσαν ἐπίσης εἰς τό αὐτό περιοδικόν καί εἰς τάς σελίδας 323-331, ἀρ. Τ. 182 Ἰούλιος-Αὔγουστος 2008 Τόμος 19ος.

 7ον. Τά πραγματικά καί σαφῆ δεδομένα τοῦ κινήματος τῆς σχισματοαιρετικῆς ἐκκλησιομάχου ὁμάδος ὑπό τόν πρώην Πειραιῶς κ. Νικόλαον Μεσσιακάρην, εἰς τό ὁποῖον ἐνέταξεν τόν ἑαυτόν του ὁ κ. Ἰγνάτιος, παρ' οὗ καί ἐπισκοποποιήθη,

 8ον. Ἰδιαιτέρως δέ τήν ὑπό τοῦ Κυρίου καί τῶν ἁγίων Πατέρων ἀντιμετώπισιν τῶν ἀπ' ἀρχῆς καί ἀνά τούς αἰῶνας Φαρισαίων καί πάσης φύσεως σχισματοαιρετικῶν.

 Συσκεψαμένη ἁρμοδίως καί καθά ὑποχρεοῦται, Κανονικῶς καί ὀρθοδόξως,

 ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

 Α΄ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τάς πράξεις τῶν δύο προσφυγῶν τοῦ ἱερ/χου καί ἤδη φερομένου ὡς Μ ητροπολίτου Λαρίσης κ. Ἰγνατίου Δάσσιου, ἐνώπιον  τοῦ Πολυμελοῦς Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καί δή με τάς συγκεκριμένας αἰτιάσεις καί τά συγκεκριμένα οἰκονομικά αἰτήματα, διότι:

 α) Αἱ ἐν αὐταῖς αἰτιάσεις, δι' ἄς προσέφυγεν εἰς τά δικαστήρια, πρωτίστως εἷναι ΑΛΥΣΙΤΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΑΒΑΣΙΜΟΙ, αἱ δέ πραγματικαί αἰτίαι ἔχουν καθαρῶς Ἐκκλησιαστικόν-Δογματικόν χαρακτῆρα καί ἔκφρασιν καί εἰς καμμίαν περίπτωσιν δέν ἐστόχευον εἰς προσβολήν προσωπικότητος, ἀναφέρονται δέ εἰς παρεκκλίσεις τοῦ ἐνάγοντος ἐπί θεμάτων Πίστεως τελεσθείσας δημοσίως παρά δημοσίου Προσώπου, διό ὁ ἐπ' αὐτῶν δημόσιος ἔλεγχος εἷναι ἐπιβεβλημένος καί δέν εἷναι συκοφαντικαί αἱ ἀναφοραί ἐπ' αὐτῶν, ἀλλ' ἀπολύτως ἀληθεῖς.

 β) Ὁ ἐνάγων, κατά τήν κρίσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καίτοι Κληρικός, προέβη εἰς τάς ἀπηγορευμένας ἀγωγάς ἀποκλειστικῶς διά νά πορισθῆ χρήματα παρά βιοπαλαιστῶν, ἀλλά καί ἀναργύρων Κληρικῶν καί Λαϊκῶν.

 γ) Τό ὅλον γεγονός ἀντιβαίνει εἰς τούς Θείους καί ἱερούς Κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν τήν τοιαύτην προσφυγήν εἰς τά πολιτικά δικαστήρια καί τιμωροῦν τους παρά Κανόνας προσφεύγοντας Κληρικούς. Συγκεκριμένως ἡ ἐνέργειά του προσέκρουσεν σκληρῶς εἰς τόν Θ΄ Κανόνα τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθώς καί εἰς τούς ΙΔ΄ καί ΡΙΕ΄ τῆς ἐν Καρθαγένη, οἱ ὁποῖοι διαγορεύουν:

 1ον. Ὁ Θ΄ τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Εἴ τις Κληρικός πρός Κληρικόν πρᾶγμα ἔχει, μή ἐγκαταλειμπανέτω τόν οἰκεῖον ἐπίσκοπον, καί ἐπί κοσμικά δικαστήρια κατατρεχέτω... εἰ δέ τις παρά ταῦτα ποιήσοι, κανονικοῖς ἐπιτίμιοις ὑποκείσθω...».

 2ον. ὁ ΙΔ΄ τῆς ἐν Καρθαγένη: «Ἤρεσεν, ἵνα ὅστις δήποτε τῶν ἐπισκόπων, ἤ Πρεσβυτέρων, ἤ διακόνων, ἤ Κληρικῶν, πράγματος αὐτῶ ἐγκληματικοῦ ἤ πολιτικοῦ ἐν τῆ Ἐκκλησία κινουμένου, ἐάν παραιτούμενος τό ἐκκλησιαστικόν δικατήριον, δημοσίοις θελήση καθαρθῆναι δικαστηρίοις, κἄν ὑπέρ αὐτοῦ ἡ ψῆφος ἐκφωνηθῆ, ὅμως τόν ἴδιον τόπον ἀπολέση...». (Ὅρα καί ΙΕ΄ τῆς ἰδίας).

3ον. ὁ ΡΙΕ΄ τῆς ἰδίας Συνόδου: «...ὅστις δήποτε ἀπό τοῦ Βασιλέως διάγνωσιν δημοσίων δικαστηρίων αἰτήσοι, τῆς ἰδίας τιμῆς στερηθείη...».

 Β΄ Ὡς ἐπίσκοποι καί ὡς Πανορθόδοξος Σύνοδος, ἔχομεν πρό ὀφθαλμῶν ἀπόλυτον γνῶσιν τοῦ ὑπό τῆς συγκεκριμένης ὁμάδος τοῦ ἐνάγοντος καί τοῦ ἰδίου, διωγμοῦ κατά τῆς Ἐκκλησίας, κατά τῆς ὁποίας ἤδη, ἐν τῆ προσπαθεία των νά πλήξουν τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν τῶν ἐπισκόπων καί Πρεσβυτέρων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί μέσω αὐτῆς καί τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ-ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ Αὐτῆς, προεκάλεσαν Δογματικῆς φύσεως σχίσμα.

 Διά ταῦτα ἡ παροῦσα Πανορθόδοξος Σύνοδος, Κανονικῶς συγκληθεῖσα καί συνεδριάσασα.

 ΟΜΟΦΩΝΩΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ

 τάς πράξεις τῶν δύο ἀγωγῶν τοῦ κ. Ἰγνατίου Δάσσιου, (ΑΚΔ 1616 καί 5087 τοῦ 2008), ἐνώπιον τοῦ Πολυμελοῦς Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, τον δέ ἐνάγοντα ΑΠΕΦΑΣΙΣΕΝ ὅπως καλέση εἰς ἀπολογίαν κατά τήν Κανονικήν τάξιν». («Ο.Π.» Τόμος 2009 σελ. 119-121).

 Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Τ.Υ.Σ.
Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ

ΤΑ ΜΕΛΗ
Τ.Υ.Σ.   Βράντσεα ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ
Τ.Υ. Ὁ Κένυας ΜΑΤΘΑΙΟΣ καί ἀ.α. ὁ ἱερεύς Μιχαήλ Ἰωάννου
Τ.Υ. Ὁ Κιέβου ΣΕΡΑΦΕΙΜ  καί ἀ.α. ὁ ἱερεύς Ἀνδρέας Σίντνιεβ
Τ.Υ.Ὁ Κιτίου ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ

Ο ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ
Ὁ ἱερομόναχος Ἀμφιλόχιος Ταμπουρᾶς

 Ἡ ἀνωτέρω ἱεροσυνοδική ἀπόφασις δέον ὅπως ὑποβληθῆ νομίμως μετά τῶν προτάσεων εἰς τό Πολυμελές Πρωτοδικεῖον Άθηνῶν ἵνα ληφθῆ ὑπ' ὄψιν ὑπό τοῦ Δικαστηρίου».

 ΕΠΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ

 ΕΠΙ ΤΟΥ 1ου ΚΑΙ 3ου ΘΕΜΑΤΟΣ: ΠΩΣ ΔΕΟΝ ΝΑ ΓΙΝΩΝΤΑΙ ΔΕΚΤΟΙ ΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΕΣ ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΟΙ. Ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἀφοῦ ἤκουσεν τοῦ ἐπί τοῦ θέματος εἰσηγητοῦ Σεβ/του Κιτίου Παρθενίου, συνεζήτησεν ἐπί μακρόν καί λαβοῦσα ὑπ' ὄψιν την διαχρονικήν πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι, την ΚΑΝΟΝΙΚΗΝ ΤΑΞΙΝ, τήν ΑΚΡΙΒΕΙΑΝ καί τήν ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝ, την Πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας καθώς καί τήν ἐπικρατοῦσαν σύγχρονον κατάστασιν τοῦ Παπικοῦ-Οἰκουμενιστικοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ καί τήν Σιωνιστικήν Παγκοσμιοποίησιν, ὑπεγράμμισεν ὅτι ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία θά ληφθῆ ἀπαραιτήτως δέον να εἷναι ἐν τόπω καί χρόνω, πέραν τοῦ ὅτι αὕτη δέον νά εὑρίσκεται εἰς τά πλαίσια τῆς δισχιλιετοῦς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας. Παραλλήλως ἐτονίσθη ὅτι δέν πρέπει νά διαλάθη τῆς προσοχῆς τῶν Σεβ/των ἀρχιερέων καί τό γεγονός ὅτι, οἱ θρησκευόμενοι εἰς τόν χῶρον τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ ἀγνοοῦν ἐν πολλοῖς τί σημαίνει Νεοημερολογιτισμός-Οἰκουμενισμός, ἡ δε Ὀρθόδοξος Χριστιανική συνείδησίς των εἷναι ἀπό μικρά μέχρι καί μηδενική. Ὡσαύτως δέν πρέπει νά διαλάθη καί τῆς προσοχῆς ὅτι καί εἰς τόν χῶρον τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀκόμη καί ἐπίσκοποι, Κληρικοί καί Μοναχοί Αὐτῆς, διακρίνονται κυρίως ἀπό ἔντονον θρησκευτικότητα, ὅπως περίπου αὕτη ἀπαντᾶται εἰς τούς θερμούς ὀπαδούς ὅλων τῶν θρησκευμάτων!... Δηλαδή ἔχομεν φανατικούς «Παλαιοημερολογίτας» ὄχι ὅμως συνειδητούς καί ἐλευθέρους, Ὀρθοδόξους!... Αὐτό ἀκριβῶς τό γεγονός δέν τό ἀγνοεῖ ὁ Νεοημερολογιτικός Οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος εὐνοεῖ καί διακονεῖ ἰδιαιτέρως τόν κενόν Παλαιοημερολογιτισμόν καί μετέρχεται αὐτόν ὡς ἄλλην Παπικήν Οὐνίαν. ἐν προκειμένω εὐχαρίστως διαθέτει εἰς τούς Παλαιοημερολογίτας, Ναούς καί ἱερεῖς ὥστε, τόσον οἱ παλινοστοῦντες παλαιοημερολογῖται ὅσον καί οἱ ἐντόπιοι, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουν τόν Νεοημερολογιτισμόν, νά ἀπορροφῶνται εἴτε ἀπό τάς σχισματικάς Παλαιοημερολογιτικάς Παρατάξεις, εἴτε ἀπό τήν εἰδικωτέραν Οὐνίαν, ἤτοι τάς ἀπ' εὐθείας ὑπό τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ ἱδρυομένας «Παλαιοημερολογιτικάς ἐνορίας».

 Ἐπί τοῦ ὅλου σοβαροῦ αὐτοῦ θέματος, κατ' ἀρχάς  ἐξητάσθη ἡ ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ἀπ' ἀρχῆς ἐφαρμοσθεῖσα τάξις τῆς ἀκριβείας, ἡ ὁποία ὅμως ἐσημειώθη ὅτι σήμερον προϋποθέτει πολλήν ἱεραποστολήν, πολύ ἔργον, ὥστε νά συνειδητοποιηθῆ τί εἷναι ὁ Νεοημερολογιτισμός-Οἰκουμενισμός, (ὁ ὁποῖος εἰσέβαλεν ἀπό τάς ἀρχάς τοῦ 20οῦ αἰῶνος καί τρέχει ἀχαλίνωτος), καί ἰδιαιτέρως ὅτι δέν ὠφελεῖ το κενόν καί τυπολατρικόν «Παλαιόν», ἀλλά ἡ ὀρθοδοξία, δηλαδή τό νά εἷναι κανείς ἐντός τοῦ Ζωηφόρου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, την Ἐκκλησίαν. Τοῦτο ἐτονίσθη ἀπαιτεῖ πολλήν ἱεραποστολήν καί κατόπιν θά ἐνδείκνυται ἡ τήρησις τῆς ἀκριβείας ἐπί τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ἐκτός Ἐκκλησίας. Σήμερον δέ καί ὁ εἷς εἰς τούς χιλίους ἤ τάς δέκα χιλιάδας Νεοημερολογίτας, ὁ ὁποῖος θα προετίθετο νά ἐπιστρέψη, δέν ἔχει τάς προϋποθέσεις νά ἀποδεχθῆ τήν ἀκρίβειαν!

Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἰδιαιτέρως ἐπανετονίσθη ὅτι τό ρεῦμα ἐπιστροφῆς συντηρητικῶν τινων ἐκ τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ εἷναι ἁπλῶς προς τόν νοσηρόν κενόν Παλαιοημερολογιτισμόν, ἤτοι τάς διαφόρους σχισματικάς Παλαιοημερολογιτικάς Παρατάξεις, τάς ὁποίας ἐν πολλοῖς προεκάλεσεν καί διατηρεῖ αὐτός ὁ Νεοημερολογιτισμός διά τῶν ἐγκαθέτων του, καί ὄχι προς τήν ἀληθῆ Ὀρθοδοξίαν, ἤτοι τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν!...

 Ἐπί τοῦ ὅλου θέματος ἰδιαιτέρως ἐλήφθη ὑπ' ὄψιν ἡ ἀπ' ἀρχῆς (1924) διαχρονική πράξις τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἷναι ἐν τῶ πνεύματι τῆς Οἰκονομίας. Κατ' αὐτήν ὁ ἐλεύθερα καί συνειδητά ἐπιστρέφων εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑπογράφει λίβελλον κατά τῆς κακοδοξίας, ἀποδέχεται τήν Ὀρθόδοξον ὁμολογίαν, ἐξομολογεῖται καί ἐν τέλει σφραγίζεται διά τοῦ μυστηρίου τοῦ ἁγίου Μύρου. ἐνδεικτικόν τῆς μή ἐν γένει παρουσίας Ὀρθοδόξου συνειδήσεως, καθ' ὅλας τάς ἀπό τό 1924 δεκαετίας καί μέχρι σήμερον, εἷναι τό γεγονός ὅτι πολλοί ἐκ τῶν προτιθεμένων νά ἐπιστρέψουν εἰς τήν Ὀθοδοξίαν, προσέκρουσαν καί εἰς αὐτόν τοῦτον τόν λίβελλον, δηλαδή ἐδειλίασαν πρό τοῦ «ἀναθέματος», τό ὁποῖον αἱ Ἅγιαι Οἰκουμενικαί καί λοιπαί Σύνοδοι τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπεφάσισαν καί ἐξεφώνησαν κατά πάντων τῶν Αἱρέσεων καί κατόπιν καί τῶν αἱρετικῶν!...

 Ἐπίσης ἐμπεριστατωμένως παρουσιάσθη καί ἡ ἀκρίβεια, μέ τήν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, ἐδέχθη καί δέχεται τούς ἐπιστρέφοντας ἐκ τοῦ Παπικοῦ καί Οἰκουμενιστικοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, τονισθέντος τοῦ γεγονότος τῆς ἐκεῖσε μη τηρήσεως τοῦ τύπου τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ἀφοῦ ἐφαρμόζεται τό ἐκλατινισμένον Παπικόν «βάπτισμα». Τό θέμα ἐξητάσθη ἐν τόπω καί χρόνω καί ἡ Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος ἄφησεν τό ὅλον ζήτημα εἰς τήν Ποιμαντικήν διάκρισιν καί μέριμναν τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἐτόνισεν ὅτι εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις, καθ' ἄς δέν ἐφαρμόζεται ὁ ἀπαραίτητος Ὀρθόδοξος Τύπος τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ἤγουν ἡ ἐκ τρίτου κατάδυσις (βαπτίζω = βυθίζω ὁλόκληρον τό σῶμα εἰς τό ἡγιασμένον ὕδωρ) καί ἡ ἐπίκλησις κατ' αὐτάς τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδή «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἱοῦ, καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀμήν», εἰς αὐτάς τάς περιπτώσεις, ἐπειδή δέν πρόκειται περί βαπτίσματος, τό Μυστήριον τελεῖται ἐξ ὑπαρχῆς ὀρθοδόξως. ἐπεσημάνθη δέ καί ὅτι τόσον τό μυστήριον τοῦ βαπτίσματος, ὅσον καί τό τῆς χειροτονίας δέν ἐπαναλαμβάνονται, δηλαδή δέν ὁμιλοῦμεν ποτέ περί «ἀναβαπτισμοῦ» ἀλλά μόνον περί Βαπτίσματος οὔτε περί «ἀναχειροτονίας» ἀλλά μόνον περί χειροτονίας! (Ὅρα Πηδάλιον, Κανών Ζ΄ τῆς Β΄ Οἰκουμ. σελ. 163-165, ΜΣΤ΄ ἀποστ. σελ. 51-54, ΜΖ΄ σελ. 55-58, Η΄ Κανών τῆς Α΄ Οἰκουμ. σελ. 133-135, ΙΘ΄ Α΄ Οἰκουμ. σελ. 147-150, Ζ΄ τῆς Β΄ Οἰκουμ. σελ. 163-164, Ζ΄ τῆς Λαοδικείας σελ. 422-423, ΙΣΤ΄ Καρθαγένης σελ. 495-497, Α΄  Ἁγ. Βασιλείου σελ. 586-589, ΜΖ΄ Μεγ. Βασιλείου σελ. 617-618).

ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΑΠΟ
ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΑΠΟΨΕΩΣ

 Ἐν προκειμένω ἅπαντα τά ἀνωτέρω ἐστηρίχθησαν ἐπί τῶν Θείων καί ἱερῶν Κανόνων, ἐν οἷς γίνεται λόγος περί τοῦ πῶς γίνονται δεκτοί οἱ ἐκ τῶν αἱρέσεων καί σχισμάτων ἐπιστρέφοντες εἰς την Ἐκκλησίαν, (Κληρικοί καί λαϊκοί). Ἐκ τῶν ἱερῶν Κανόνων τῶν ἁγίων ἀποστόλων παρουσιάσθησαν οἱ:

1) Ὁ ΜΣΤ΄ Ἀποστολικός, ὁ ὁποῖος προστάσσει: «Ἐπίσκοπον, ἤ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν, δεξαμένους Βάπτισμα, ἤ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, τίς γάρ συμφώνησις Χριστῶ πρός Βελίαρ, ἤ τίς μερίς πιστοῦ μετά ἀπίστου»;

2) Ὁ ΜΖ΄ Ἀποστολικός, ὁ ὁποῖος εἷναι ἐξ ἴσου αὐστηρός, προβλέπει δέ ἐάν τις ἐπαναλάβη τό μυστήριον τοῦ Βαπτίσματος, ὅταν αὐτό ἔχει γίνη ὀρθοδόξως ἤ καί ἀντιθέτως, ἐάν δέν τελέση ἐξ ὑπαρχῆς τό μεμολυσμένον παρά τῶν αἱρετικῶν «βάπτισμα», (προβλέπει) νά καθαιρῆται ὁ Κληρικός αὐτός: «Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος τόν κατ' ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα, ἐάν ἄνωθεν (=ἐξ ὑπαρχῆς) βαπτίση, ἤ τόν μεμολυσμένον παρά τῶν ἀσεβῶν μή βαπτίση, καθαιρείσθω, ὡς γελῶν τον Σταυρόν καί τόν τοῦ Κυρίου θάνατον, καί μη διακρίνων ἱερέας ψευδοϊερέων».

 3) Ὁ ΞΗ΄ Ἀποστολικός, ὅπως ἑρμηνεύεται εἰς τό ἱερόν Πηδάλιον, λέγει καί διά τό μυστήριον τῆς χειροτονίας τῶν ἐπισκόπων καί Πρεσβυτέρων: «...ὅποιος ἐπίσκοπος, Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος ἤθελε δεχθῆ δευτέραν χειροτονίαν ἄς καθαίρεται καί αὐτός καί ἐκεῖνος ὅπου τόν ἐχειροτόνησεν, ἐκτός ἄν ἀποδειχθῆ ὅτι ἔχει τήν χειροτονίαν ἀπό Αἱρετικούς. Διότι οἱ παρά τῶν αἱρετικῶν βαπτισθέντες ἤ χειροτονηθέντες, οὔτε ὅλως χριστιανοί δύνανται νά εἷναι μέ τό αἱρετικόν αὐτό βάπτισμα, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν μόλυσμα, οὔτε Κληρικοί μέ τήν αἱρετικήν ταύτην χειροτονίαν. Διά τοῦτο οἱ τοιοῦτοι καί βαπτίζονται παρά τῶν Ὀρθοδόξων ἱερέων καί χειροτονοῦνται παρά τῶν Ὀρθοδόξων ἐπισκόπων...».

4) Ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος διά τοῦ Η΄ αὐτῆς Κανόνος τούς Σχισματικούς καί ὄχι αἱρετικούς Ναυατιανούς, ὥρισεν ὅπως γίνωνται δεκτοί διά χειροθεσίας οἱ Κληρικοί καί δι' ἅγιου Μύρου οἱ λαϊκοί: «Καθαροί λέγονται οἱ Ναυατιανοί. ὁ δέ Ναυάτος Πρεσβύτερος ἧτο τῆς Ἐκκλησίας Ρωμαίων, ὅς τις δέν ἐδέχετο ἐκείνους, ὁποῦ ἀρνήθησαν μέν εἰς τον καιρόν τοῦ διωγμοῦ, ἐμετανοοῦσαν δέ, ἀλλ' οὔτε ἐσυγκοινώνει μέ τούς διγάμους, καί μετά τό βάπτισμα ἔλεγεν, ὅτι δέν δύναται πλέον νά ἐλεηθῆ ὁ ἁμαρτήσας... ἀπό τούτου δέ ὠνομάσθησαν καί οἱ ἀκολουθήσαντες τῆ κακοδοξία αὐτοῦ, Ναυατιανοί. Τούτων οὕτως ἐγνωσμένων, λέγει ὁ παρών Κανών ὅτι, ἀνίσως οἱ τοιοῦτοι Ναυατιανοί προσέλθουν εἰς τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν, ἐφάνη εὔλογον νά χειροθετοῦνται καί οὕτω να γίνωνται δεκτοί καί νά μένουν εἰς τον κλῆρον τους, οἱ ὄντες δηλαδή καί ἐν τῶ σχίσματι κληρικοί (οὕτως ἐδέχθη διά χειροθεσίας τούς Δονατιστάς καί ὁ ξς\, τῆς ἐν Καρθαγένη), πλήν, πρέπει νά ὁμολογοῦν ἐγγράφως, πῶς ἔχουν να φυλάξουν ὅλα τά δόγματα τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, πῶς θέλουν δέχονται τούς διγάμους, καί τους δι' ἀνάγκην ἀρνησαμένους τόν Χριστόν, καί πῶς θέλουν οἰκονομήσουν αὐτούς, κατά τούς διωρισμένους χρόνους, καί τόν Κανόνα τῆς μετανοίας τῶν ἀρνητῶν, καί οὕτως, ὅπου καί ἄν εὑρίσκωνται, εἴτε εἰς πόλεις, εἴτε εἰς χωρία, νά μένουσιν εἰς τόν κλῆρον καί βαθμόν, ὅπου εὑρέθη ὁ καθείς χειροτονημένος...».

5) Ἡ ἰδία Α΄ Οἰκουμενική ἁγία Σύνοδος, διά τοῦ ΙΘ΄ αὐτῆς Κανόνος, προβλέπει διά τούς Αἱρετικούς Παυλικιανούς, (ὀπαδοί τοῦ Παύλου τοῦ Σαμοσατέως, ὅστις καί το Τριαδικόν καί τό Χριστολογικόν Δόγμα κατέλυσεν), νά γίνωνται δεκτοί διά Βαπτίσματος: «Περί τῶν Παυλιανισάντων, εἷτα προσφυγόντων τῆ καθολικῆ Ἐκκλησία, ὅρος ἐκτέθειται ἀναβαπτίζεσθαι αὐτούς ἐξάπαντος. Εἰ δέ τινες τῶ παρεληλυθότι χρόνω, ἐν τῶ κλήρω ἐξητάσθησαν, εἰ μέν ἄμεμπτοι καί ἀνεπίληπτοι φανεῖεν, ἀναβαπτισθέντες χειροτονείσθωσαν ὑπό τοῦ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπισκόπου. Εἰ δε ἡ ἀνάκρισις ἀνεπιτηδείους αὐτούς εὑρίσκοι, καθαιρεῖσθαι αὐτούς προσήκει».

 6) Ἡ Β΄ ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος, διά τοῦ Ζ΄ αὐτῆς Κανόνος ὁρίζει τούς μέν Ἀρειανούς, Μακεδονιανούς, Σαββατιανούς καί Ναυατιανούς... ὅπως γίνωνται δεκτοί διά Λιβέλλου καί κατόπιν δι' ἁγίου Μύρου, ἐνῶ τούς Εὐνομιανούς, Μοντανιστάς, καί Σαβελιανούς διά Βαπτίσματος:

«Τούς προστιθεμένους τῆ Ὀρθοδοξία, καί τῆ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπό αἱρετικῶν δεχόμεθα κατά τήν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καί συνήθειαν. Ἀρειανούς μέν, καί Μακεδονιανούς, καί Σαββατιανούς, καί Ναυατιανούς, τούς λέγοντας ἑαυτούς καθαρούς, καί ἀριστερούς, καί τούς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν τετραδίτας, καί ἀπολιναριστάς δεχόμεθα διδόντας Λιβέλλους, καί ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἴρεσιν, μή φρονοῦσαν ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, καί σφραγιζομένους πρῶτον τῶ ἁγίω Μύρω, τό τε μέτωπον, καί τούς ὀφθαλμούς, καί τάς ρίνας, καί το στόμα, καί τά ὦτα, καί σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν, σφραγίς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου. Εὐνομιανούς μέν τοι τούς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καί Μοντανιστάς τούς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καί Σαββελιανούς τούς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καί ἕτερά τινα χαλεπά ποιοῦντας, καί τάς ἄλλας πάσας αἱρέσεις, (ἐπειδή πολλοί εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπό τῆς Γαλατῶν χώρας ὁρμώμενοι, πάντας τούς ἀπ' αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῆ Ὀρθοδοξία, ὡς  Ἕλληνας δεχόμεθα.  Καί τήν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτούς χριστιανούς, τήν δέ δευτέραν κατηχουμένους, εἷτα τῆ τρίτη ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετά τοῦ ἐμφυσᾶν τρίτον εἰς τό πρόσωπον καί εἰς τά ὦτα, καί οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καί ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τήν Ἐκκλησίαν, καί ἀκροᾶσθαι τῶν Γραφῶν, καί τότε αὐτούς βαπτίζομεν».

 7) Τόν ὡς ἄνω Κανόνα ἐπαναλαμβάνει αὐτολεξεί ἡ ἁγία ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος διά τοῦ ἐνενηκοστοῦ πέμπτου Κανόνος καί ἐπάγεται: «...Καί τούς Μανιχαίους δε καί τούς Οὐαλεντινιανούς καί Μαρκιονιστάς καί τούς ἐκ τῶν ὁμοίων αἱρέσεων προερχομένους, ὡς  Ἕλληνας δεχόμενοι ἀνα-βαπτίζομεν Νεστοριανούς δέ καί Εὐτυχιανιστάς καί Σεβηριανούς καί τούς ἐκ τῶν ὁμοίων αἱρέσεων, χρή ποιεῖν λιβέλλους καί ἀναθεματίζειν τήν αἴρεσιν αὐτῶν τούς Νεστοριανούς καί Νεστόριον, καί εὐτυχέα καί Διόσκουρον καί Σεβῆρον καί τούς λοιπούς ἐξάρχους τῶν τοιούτων αἱρέσεων καί τούς φρονοῦντας τά αὐτῶν καί πάσας τάς προαναφερομένας αἱρέσεις, καί οὕτω μεταλαμβάνειν τῆς ἁγίας Κοινωνίας».

 8) Καί ἡ ἐν Λαοδικεία Τοπική Σύνοδος ὁρίζει διά τοῦ Ζ΄ αὐτοῦ Κανόνος:

 «Περί τοῦ, τούς ἐκ τῶν αἱρέσεων, τοὐτέστι Ναυατιανῶν, ἤτοι Φωτεινιανῶν, ἡ Τεσσαρεσκαιδεκατιτῶν ἐπιστρεφομένους, εἴτε κατηχουμένους, εἴτε πιστούς τούς παρ' ἐκείνοις μή προσδέχεσθαι, πρίν ἀναθεματίσωσι πᾶσαν αἴρεσιν, ἐξαιρέτως δέ ἐν `ῆ κατείχοντο, καί τότε λοιπόν τούς λεγομένους παρ' αὐτοῖς πιστούς, ἐκμανθάνοντας τά τῆς πίστεως σύμβολα, χρισθέντας τε τῶ ἁγίω Χρίσματι, οὕτω κοινωνεῖν τῶν ἁγίων Μυστηρίων».

 9) Καί διά τοῦ ἑπομένου Η΄ Κανόνος ἡ ἴδια Τοπική Σύνοδος ὁρίζει: «Περί τοῦ, τούς ἀπό τῆς αἱρέσεως τῶν λεγομένων Φρυγῶν ἐπιστρέφοντας, εἰ καί ἐν Κλήρω νομιζομένω παρ' αὐτοῖς τυγχάνοιεν, εἰ καί μέγιστοι λέγοιντο. Τούς τοιούτους μετά πάσης ἐπιμελείας κατηχεῖσθαί τε καί βαπτίζεσθαι ὑπό τῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐπισκόπων τε καί Πρεσβυτέρων».

10) Ἐπίσης ἡ ἐν Καρθαγένη Τοπική Σύνοδος, διά τοῦ ΞΣΤ΄ Κανόνος αὐτῆς προβλέπει: «Ὥστε τούς παρά τοῖς Δονατισταῖς μικρούς βαπτιζομένους, μηδέπω δυναμένους γινώσκειν τῆς πλάνης αὐτῶν τόν ὄλεθρον, μετά το εἰς κεῖραν λογισμοῦ δεκτικήν παραγενέσθαι, ἐπιγνωσθείσης τῆς ἀληθείας, τήν φαυλότητα ἐκείνων βδελυττομένους, πρός τήν καθολικήν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν τήν ἀνά πάντα τόν κόσμον διακεχυμένην, τάξει ἀρχαία διά τῆς ἐπιθέσεως τῆς χειρός ἀναδεχθῆναι τούς τοιούτους ἐκ τοῦ τῆς πλάνης ὀνόματος, μή ὀφείλειν ἐμποδίζεσθαι εἰς τάξιν κληρώσεως, ὁπόταν τήν ἀληθινήν Ἐκκλησίαν ἰδίαν αὐτῶν ἐλογίσαντο τῆ πίστει προσερχόμενοι, καί ἐν αὐτῆ τῶ Χριστῶ πιστεύσαντες, τῆς Τριάδος τά ἁγιάσματα ὑπεδέξαντο...».

11) Ὁ Μέγας Βασίλειος διά τοῦ Α΄ αὐτοῦ Κανόνος λέγει ἀπαντητικῶς πρός τόν Ἅγιον Ἀμφιλόχιον ἐπερωτήσαντα αὐτόν περί τοῦ πῶς δέχεσθαι τούς σχισματικούς κ.λπ.; ἐπιστρέφοντας τῆ Ἐκκλησία: «...Οἱ Παρασυνάγωγοι λοιπόν ἑνώνονται πάλιν μέ τήν Ἐκκλησίαν μέ μόνην ἀξιόλογον μετάνοιαν καί ἐπιστροφήν, καί οἱ ἐξ αὐτῶν ὄντες ἱερεῖς καί Κληρικοί ἐπιστρέφοντες, εἰς τήν αὐτήν τάξιν καί βαθμόν ὁποῦ ἧσαν πρότερον, δέχονται. Οἱ δέ Αἱρετικοί, ὁποῖοι εἷναι οἱ Μανιχαῖοι, Οὐαλεντῖνοι καί Μαρκιωνισταί (περί ὧν ὅρα τάς ὑποσημειώσεις τοῦ 95ον τῆς ς΄) καί αὐτοί οὗτοι οἱ Πεπουζηνοί, περί ὦν ὁ λόγος, καί ὅσοι ἄλλοι, ἐπιστρέφοντες εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, βαπτίζονται ὡσάν οἱ  Ἕλληνες, ἐπειδή οἱ παλαιοί Πατέρες ἐκεῖνο μόνον τό βάπτισμα ἔκριναν νά δεχθῆ, τό ὁποῖον δέν ἐκβαίνει τελείως ἀπό τήν πίστιν, τό δέ τῶν αἱρετικῶν βάπτισμα, ὡς ἔξω τῆς ὀρθῆς πίστεως ὅν, ἔκριναν νά ἀποβάλλουσι παντελῶς. Διά τοῦτο ἀκολούθως καί οἱ Πεπουζηνοί μέ τό νά βαπτίζουν, ὄχι εἰς τά παραδεδομένα, ἤτοι ὄχι εἰς Πατέρα Υἱόν καί ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλ' εἰς Πατέρα Υἱόν, καί Μοντανόν καί Πρίσκιλλαν, καί ἐντεῦθεν μέ τό να βλασφημοῦν εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, (ἥτις βλασφημία εἷναι ἀσυγχώρητος)...  καί ἁπλῶς ὅλοι οἱ Σχισματικοί, ἐρχόμενοι εἰς τήν καθολικήν Ἐκκλησίαν, νά βαπτίζωνται, ἐπειδή οἱ πρῶτοι ἱερωμένοι τῶν Σχισματικῶν εἷχον μέν τό χάρισμα τοῦ νά χειροτονοῦν καί τοῦ νά βαπτίζουν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Ἀφ' οὗ δέ μίαν φοράν ἐσχίσθησαν ἀπότό ὅλον σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἔχασαν αὐτό καί δέν ἠμποροῦν πλέον νά βαπτίσουν ἄλλους ἤ νά χειροτονήσουν, καί ἁπλῶς νά δώσουν χάριν, τήν ὁποίαν διά τοῦ σχίσματος ἐστερήθησαν. ὅθεν καί οἱ παρ' αὐτῶν  βαπτιζόμενοι λογίζονται ὅτι ἀπό λαϊκούς ἐβαπτίσθησαν, διό καί χρειάζονται να βαπτισθοῦν. Μερικοί δέ ἐπίσκοποι κατά τήν ἀσίαν ἐδέχθηκαν τό βάπτισμα αὐτῶν, χάριν οἰκονομίας καί συγκαταβάσεως, καί οὐχί ἀκριβείας, ὡσάν ὁποῦ οἱ σχισματικοί εἷναι ἀκόμη μέλη ἐκ τῆς Ἐκκλησίας.  Ὅθεν κατά τήν γνώμην αὐτῶν ἄς εἷναι δεκτόν. οἱ σχισματικοί ἐγκρατεῖται ὅμως ἰδιαίτερον πρέπει νά βαπτίζωνται ἐπιστρέφοντες, κατά τήν ἀκρίβειαν τῶν Κανόνων, καί διά τί ἴδιον ἐπενόησαν βάπτισμα, παραχαράξαντες τήν ἐν τῶ βαπτίσματι παράδοσιν καί διά τί περί τούτων ξεχωριστή καί φανερά ψῆφος δέν ἔγινε πῶς πρέπει νά δέχωνται. ἄν δέ αὐτοί δέν ἀναβαπτίζουσι τούς ἐκ τῶν ὀρθοδόξων ἡμῶν προσερχομένους εἰς αὐτούς, τοῦτο δέν πρέπει νά μᾶς δυσωπήση, εἰς τό νά μή βαπτίζωμεν ἀμοιβαίως καί ἡμεῖς τούς ἐξ αὐτῶν εἰς ἡμᾶς προσερχομένους. Πλήν ἀνίσως καί τοῦτο τό, νά βαπτίζωμεν αὐτούς ἐπιστρέφοντας, ἔχη νά γένη ἐμπόδιον εἰς τήν κοινήν συγκατάβασιν καί οἰκονομίαν, ὁποῦ περί πάντων τῶν σχισματικῶν ἔκαμαν οἱ Πατέρες, ἄς ἀκολουθοῦμεν καί ἡμεῖς εἰς αὐτήν, μήπως διά τήν αὐστηρότητα τῆς προσταγῆς ταύτης τούς κάμνωμεν ἀμελεῖς εἰς το νά βαπτίζωνται, αἰσχυνομένους τάχα, ὅτι ὡσάν ἄπιστοι τελείως βαπτίζονται, καί ἀκολούθως ἐμποδίσωμεν τήν σωτηρίαν τους. Καί συντόμως εἰπεῖν, ὅσοι βαπτισθοῦν εἰς τό ἐκείνων βάπτισμα, οὗτοι ἐπιστρέφοντες εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, ἐξάπαντος τρόπου πρέπει νά χρίωνται ἀπό τούς πιστούς μέ τό ἅγιον Μῦρον, καί οὕτω νά μεταλαμβάνουν».

Η ΠΡΑΞΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ
ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

 Ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος ἰδιαιτέρως ἐλήφθη ὑπ' ὄψιν καί ἡ ἀπ' ἀρχῆς Πράξις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί τῶν ἐκ τῶν αἱρέσεων ἐπιστρεφόντων καί ἰδιαιτέρως, (κατά τήν δευτέραν χιλιετίαν), τῶν ἐπιστρεφόντων ἐκ τοῦ Παπισμοῦ. ὡς ἐκ προοιμίου ἐτονίσθη, εἷναι ἡ αὐτή, τήν ὁποίαν προβλέπει καί ὁρίζει ἡ Κανονική Τάξις. Δηλαδή ἡ στάσις τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τῶν ἐπιστρεφόντων Παπικῶν, ἄλλοτε ἧτο αὐτή τῆς ἀκριβείας καί ἄλλοτε ἡ τῆς οἰκονομίας, κατά τόν Ζ΄ τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. ὁ Πανεπιστημιακός Καθηγητής Πρωτ/ρος Γεώργιος Μεταλληνός, εἰς εἰδικήν ἐπ' αὐτοῦ μελέτην του γράφει περί τῆς Συνόδου τοῦ 1484, ἡ ὁποία ἐπελήφθη τοῦ θέματος: «...Κατά τήν κρατοῦσα ἄποψη, ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μετά το σχίσμα ἀνεγνώριζε «τό ἔγκυρον τῶν λατινικῶν μυστηρίων», καί βεβαίως καί τοῦ βαπτίσματος, κατά δέ τήν ἐπιστροφή των ἐφάρμοζε σ' αὐτούς τόν ζ΄ τῆς Β΄ η΄ 95 τῆς Πενθέκτης, ἤ καί κάποτε τούς δεχόταν καί δι' ἁπλῆς ἀποκηρύξεως τῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν των. Ἀκόμη καί μετά τίς σταυροφορίες καί τή Σύνοδο Φερράρας/Φλωρεντίας (1438/9), ὁπότε, μετά τήν ἔνταση πού ἐπῆλθε στίς σχέσεις Ὀρθοδόξων καί Λατίνων, ἔγινε αὐστηρότερη ἡ ἀπέναντι σ' αὐτούς στάση τῆς Ὀρθοδόξου ἀνατολῆς, ἡ τελευταία θεωροῦσε ὡς ἱκανοποιητικό ἀμυντικό μέτρο τήν ἐφαρμογή τοῦ ζ΄ τῆς Β΄, δηλαδή τήν διά μύρου καί λιβέλλου ἀποδοχή τους. Τήν πράξη αὐτή ἐπικύρωσε ἐπίσημα ἡ τοπική Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως πού συνῆλθε τό 1484, μέ τήν συμμετοχή ὅμως ὅλων τῶν Πατριαρχῶν τῆς ἀνατολῆς, καί ἡ ὁποία συνέταξε καί εἰδική ἀκολουθία. Ἔτσι κατά τόν Ἰ. Καρμίρη, ἀλλά καί κατά την ἐπιχειρηματολογία τῶν Λατινοφρόνων καί Δυτικοφίλων τῆς Τουρκοκρατίας, οἱ περιπτώσεις «ἀναβαπτισμοῦ» ἧταν ἐξαιρέσεις, πού ὀφείλονταν «εἰς ἀτομικήν πρωτοβουλίαν» καί «οὐχί εἰς αὐθεντικήν ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας». (Πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ «ΟΜΟΛΟΓΩ ΕΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ» σελ. 76-77).

  Ὁ ἴδιος συγγραφεύς εἰς τήν μελέτην του ἐκθέτει ὡς κατωτέρω τήν στάσιν τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τοῦ «βαπτίσματος» τῶν Λατίνων, ἐπισημειῶν ὅτι ἤδη οἱ Παπικοί καινοτομοῦν καί εἰς τό Βάπτισμα καί ὅτι οἱ ἴδιοι κατηγοροῦν τούς Ὀρθοδόξους ὅτι «ἀνα»βαπτίζουν τούς Λατίνους. Διά τήν μέχρι τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας εἰκόνα ἐπί τοῦ θέματος γράφει ὁ Καθηγητής κ. Γ. Μεταλληνός:

 «α)  Ἕως τή Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας:

 1) Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος στήν πρός Πέτρον Ἀντιοχείας ἐπιστολή του συγκαταριθμεῖ μεταξύ τῶν λοιπῶν καινοτομιῶν τῶν Λατίνων καί τό βάπτισμα «εἰς μίαν κατάδυσιν». Κατά τόν Οἰκονόμο, ἄν δέν «διεκηρύχθη καθ' ὅλης τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ὡς ἔγκλημα κοινόν» καί δεν ἐλήφθησαν ἔτσι εἰδικά μέτρα, ὀφείλεται στό ὅτι δέν εἷχε ἐπικρατήσει τέτοιο βάπτισμα καθολικῶς στήν Δύση, ἀλλά ἐτελεῖτο «συνήθως τό βάπτισμα το ἀποστολικόν». Σημασία ὅμως ἔχει ὅτι ὁ παπικός λεγᾶτος Οὐμβέρτος κατηγοροῦσε τους ἀνατολικούς ὅτι βάπτιζαν τούς Λατίνους.

 2) Ὁμοίως καί ἡ ἐν Λατερνῶ Σύνοδος τοῦ 1215 «ἐνεκάλει τοῖς Γραικοῖς... ὡς ἀναβαπτίζουσι τούς εἰς τήν αὑτῶν Ἐκκλησίαν προσερχομένους Λατίνους».

  Ἐπειδή, ὅμως, κατά τόν Οἰκονόμο, «κατά τινας χώρας μερικῶς καί σποράδην παρά τοῖς δυτικοῖς ἐτελεῖτο τό μονοκατάδυτον, ἤ τό κατ' ἐπίχυσιν ἤ ραντισμόν», «μόνους τούς οὕτω βεβαπτισμένους Λατίνους ἐβάπτιζον οἱ Γραικοί», καί τοῦτο το ὑπονοεῖ ἡ μαρτυρία τῆς Συνόδου αὐτῆς.............................

 4) Ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ φιλενωτικοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Δούκα (1260) κατ' «ἀναπόδεικτον» γνώμη, «συνοδικῶς ἐψηφίσθη μύρω μόνωχρίειν τούς προσερχομένους τῆ Ἐκκλησία». Τοῦτο, κατά τόν Οἰκονόμο, δέν εἷναι περίεργο, διότι «διά τάς τότε περιστάσεις ἐγένετο τοιαύτη ψῆφος συνόδου τοπικῆς», δεδομένου ὅτι σωζόταν στήν Δύση ἀκόμη τότε καί το «γνήσιον βάπτισμα». ἡ ἐπικρατοῦσα στην ἀνατολική ἀβεβαιότητα ὡς πρός τήν μορφή τοῦ δυτικοῦ βαπτίσματος καθιστοῦσε διστακτικούς τούς Ὀρθοδόξους στή λήψη ὁριστικῆς ἀποφάσεως» (Αὐτόθι σελ. 79-81).

 Σταθμόν εἰς τό θέμα ἀπετέλεσεν ἡ Σύνοδος τοῦ 1484 εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, ἡ ὁποία ἀποφασίζει: «μύρω μόνω χρίειν τούς προσιόντας τῆ ὀρθοδοξία λατίνους», «ἐπιδιδότας λίβελλον τῆς πίστεως», δηλαδή κατατάσσοντας αὐτούς στήν τάξη τῶν Ἀρειανῶν καί Μακεδονιανῶν τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (κανόνας ζ΄)...» (Αὐτόθι σελ. 86-87).

Η ΕΝ ΜΟΣΧΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥ 1620/21

 Συνεχίζομεν τάς πληροφορίας καί ἀντιγράφομεν ἐκ τῆς ἰδίας μελέτης τοῦ Καθηγητοῦ:

 «...4) Ἡ ἐν Μόσχα Σύνοδος τοῦ 1620/21 ἀποφάσισε τήν βάπτιση τῶν ἐπιστρεφόντων Δυτικῶν. Ἡ «μεγάλη» ὅμως Σύνοδος τοῦ 1666/67 τῆς Μόσχας, στήν ὁποία ἔλαβαν μέρος καί οἱ Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας, ἐνέκρινε τήν ἀπόφαση τῆς ἐν Κων/λει Συνόδου τοῦ 1484, ἀφοῦ ἀπέρριψε τόν (ἀνα)βαπτισμό τῶν Δυτικῶν. Ἡ ἀπόφαση αὐτή τῆς Συνόδου ἐξηγεῖται ἀπό τόν Οἰκονόμο ὡς ἑξῆς: α) ἡ ἐν Μόσχα Σύνοδος θέλησε νά μείνει πιστή στή Σύνοδο τῆς Κων/λεως. β) Ὁ τσάρος Ἀλέξιος «ἐβιάσθη διά περιστάσεις τοπικάς» νά ταχθεῖ ὑπέρ μιᾶς τέτοιας ἀποφάσεως, λόγω τῶν ἐπιδρομῶν «τῶν γειτονευόντων λατινοφρόνων Πολωνῶν καί Λιθουανῶν, καί μάλιστα τῶν ἐν αὐτοῖς λεγομένων Οὐνιτῶν». γ) Ἡ Σύνοδος αὐτή δεν ἧλθε καθόλου σ' ἀντίθεση μέ ἐκείνη τοῦ ἔτους 1621, διότι ἐκείνη μέν «ἐψήφισε κατ' ἀκρίβειαν», αὐτή δέ «κατά συγκατάβασιν». Ἡ συγκατάβαση ἧταν ὅμως δυνατή γιά την ἀκόλουθη αἰτία: Μεταξύ τῶν «πολεμίων» τῆς Ρωσίας ὑπῆρχαν Οὐνίτες, οἱ ὁποῖοι εἷχαν δεχθεῖ «τό γνήσιον τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα». Ἔτσι ἡ Σύνοδος «συνῆψεν ὀρθῶς πρός τῆ συγκαταβάσει καί την ἀκρίβειαν», ὥστε οὔτε τῶν προσερχομένων Οὐνιτῶν τό βάπτισμα νά «δευτερώνεται», καί τούς λατίνους νά προσελκύσει εὐκολότερα, κατά τό παράδειγμα τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ. δ) ἡ συγκατάβαση περιορίσθηκε μέσα στήν Ρωσία καί δέν ἐφαρμόσθηκε στά ὑπόλοιπα Πατριαρχεῖα, καθώς δέν εἷχε λάβει, ἄλλωστε, καθολικό χαρακτῆρα καί ἡ ἀπόφαση τοῦ 1484.

 5) Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, παρ' ὅτι δέχεται τήν «συγκαταβατικήν διάγνωσιν» τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τάσσεται «κατ' ἀκρίβειαν» ὑπέρ τῆς βαπτίσεως τῶν Λατίνων.

 6) Ἡ ἀπάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Γ΄ πρός τόν τσάρο Μ. Πέτρο κατά τό ἔτος 1718, δηλαδή «διά μόνου χρίσματος» ἀποδοχῆς τῶν Λατίνων, ἀπέβλεπε μόνον στην ἐν Ρωσία κατάσταση καί «τήν ἐσωτερικήν εἰρήνην τοῦ... πολυεθνοῦς ἐκείνου κράτους τῆς Ὀρθοδοξίας» (Αὐτόθι σελ. 92-93).

 Ἐνῶ ἡ ἀπό τοῦ Παπικοῦ σχίσματος καί ἐντεῦθεν ἀντιμετώπισις τῶν Λατίνων φέρεται ὡς μή ἑνιαία, ὡστόσον πρέπει νά δεχθῆ τις ὅτι ἀπαντῶνται καί οἱ δύο τρόποι ἤτοι, τῆς τε οἰκονομίας καί τῆς ἀκριβείας. Αὐτό δέν διεκόπη μετά ἀπό τήν Σύνοδον τοῦ 1484, ἀλλά μᾶλλον ἐπεκράτει ἡ διά βαπτισμοῦ εἰσδοχή Λατίνων εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν. Πάλιν ἀρυόμεθα τάς πληροφορίας ἐκ τῆς μελέτης τοῦ διακεκριμένου Πανεπιστημιακοῦ Διδασκάλου κ. Γ. Μεταλληνοῦ, ὁ ὁποῖος γράφει ὅτι, «...παρά τήν λύση πού δόθηκε συνοδικῶς καί την κατάρτιση εἰδικῆς ἀκολουθίας, «οἱ ἀνατολικοί ἀποβλέποντες πεποιθότως πρός τήν τῶν Οἰκουμενικῶν ἁγίων Συνόδων ἀκρίβειαν», ἐφάρμοζαν τήν διά βαπτίσματος ἀποδοχή τῶν Δυτικῶν, διότι δέν ἔβλεπαν ὄφελος ἀπό τήν συγκατάβαση, πού οἰκονομικῶς ἐφαρμόσθηκε, ἀλλά μᾶλλον «βλάβην» «τοῖς ἁπλουστέροις καί τεθλιμμένοις ὀρθοδόξοις». Ἐξ ἄλλου παρατηρήθηκε ὅτι αὐξανόταν καί ἡ πονηρία τῶν Λατίνων, οἱ ὁποῖοι στό προσηλυτιστικό των ἔργο, ἐκμεταλλευόμενοι τήν συγκαταβατικότητα τῶν Ὀρθοδόξων, τήν ἑρμήνευαν σάν να ἀποδείκνυε πώς οὐδεμία διαφορά ὑφίστατο μεταξύ Ὀρθοδόξου καί λατινικοῦ βαπτίματος. Τοῦτο δέ τό ἔθιμο -συνεχίζει ὁ Οἰκονόμος- ἐπικράτησε ἔκτοτε -παρά τήν συνοδική ἀπόφαση- «καί ἐν τῆ Μεγάλη Ἐκκλησία καί καθ' ὅλα τά Πατριαρχεῖα Ἀνατολῆς μέχρι σήμερον».

 Ὁ Νεόφυτος καί οἱ ὑπόλοιποι δίνουν πάνω στό θέμα αὐτό μία πιό ρεαλιστική ἑρμηνεία. Αἴτιο τῆς ἀτολμίας τῶν δικῶν μας μετά τήν ἅλωση νά ἀποκαλέσουν τους Λατίνους αἱρετικούς καί νά καταδικάσουν το «βάπτισμά» των ἧταν -κατ' αὐτούς- ὁ φόβος, ἀπό τήν κατάσταση πού εἷχε διαμορφωθεῖ στήν ἀνατολή. «Διά μόνην δειλίαν» τό ἀπέφευγαν, λέγει ὁ Νεόφυτος. Καί ἐπικαλεῖται τήν ἀκόλουθη μαρτυρία τοῦ Γ. Σχολαρίου: «Οὐκ ἔστι γάρ ἡμέτερον ἐν τοσαύτη πενία καί ἀσθενεία πραγμάτων προσηγορίας ἐπιτιθέναι τοιαύτας Ἐκκλησία τοσοῦτον ἐχούση κράτος...». Αὐτός ἧταν ὁ πρῶτος λόγος, δέν ἀποκλείει ὅμως ὁ Νεόφυτος καί τήν «ἐλπίδα τῆς διορθώσεως» τῶν Λατίνων, δηλαδή τῆς ἐπιστροφῆς των.

 Ἀναλόγως ἀπαντᾶ καί ὁ ἅγιος Νικόδημος: ἡ Ἐκκλησία δεχομένη τούς λατίνους –κατά τήν ἀπόφαση τοῦ 1484- διά μύρου, ἀποφαίνεται ρητῶς ὅτι τούς θεωρεῖ αἱρετικούς. Δεν ἀθετήθηκαν, ἄρα, οἱ ἀρχαῖοι κανόνες, ἀλλά «κάποιαν μεγάλην οἰκονομίαν ἠθέλησε νά μεταχειρισθῆ εἰς τούς Λατίνους ἡ Ἐκκλησία, ἔχουσα καί παράδειγμα καί σκοπόν της την μεγάλην ἐκείνην καί ἁγίαν Οἰκουμενικήν Σύνοδον, τήν δευτέραν». Διακρίνει δηλαδή ὁ Ἅγιος παραλληλότητα καταστάσεων καί ἀποφάσεων στόν δ΄ καί ιε΄ αἰώνα.  Ἔτσι –συνεχίζει- ἐνῶ παλαιότερα βάπτιζαν οἱ ἀνατολικοί τούς Λατίνους, «ὕστερον ἐμεταχειρίσθησαν τόν τοῦ μύρου τρόπον», δηλαδή τήν ὁδό τῆς οἰκονομίας, «ἐπειδή δέν συνέφερεν εἰς τήν ἐσχάτην ἀσθένειαν τοῦ ἡμετέρου γένους νά ἐξάψουν ἐπί πλέον την μανίαν τοῦ παπισμοῦ».  Ἄλλωστε εἷχε δημιουργηθεῖ «πολύς βρασμός» μεταξύ τῶν Λατίνων γιά τήν πανορθόδοξη ἀπόρριψη τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας. Ἐνῶ ἡ ὀρθόδοξη ἀνατολή στέναζε κάτω ἀπό τόν ζυγό τῆς δουλείας, «ὁ παπισμός ἤκμαζε, καί ὅλας τάς δυνάμεις τῶν βασιλέων τῆς Εὐρώπης εἷχεν εἰς τάς χεῖράς του, τό δέ βασίλειον το ἰδικόν μας ἔπνεε τά λοίσθια. Ὅθεν ἧτο ἀνάγκη, ἄν ἡ οἰκονομία αὐτή δεν ἐγίνετο, νά ἐγείρη τά λατινικά γένη ὁ Πάπας κατά τῶν ἀνατολικῶν». Συνεπῶς καί πρό τῆς πτώσεως τῆς Βασιλευούσης, ἀλλά καί μετά ἀπ' αὐτήν ἡ πολιτική κατάσταση ἐπέβαλλε τήν ἀποφυγή ἐρεθισμοῦ με κάθε μέσο τῆς ἐχθρικῆς ἀπέναντι στην ὀρθοδοξία Δύσεως. Πολιτικά ἔτσι καί ὄχι ἐκκλησιαστικά κριτήρια εἷχαν ἐδῶ την πρωτοπορεία. Γι' αὐτό συμπεραίνει: «Τῆς οἰκονομίας παρελθούσης, οἱ ἀποστολικοί Κανόνες πρέπει νά ἔχουν τόν τόπο τους». Τοῦτο σημαίνει ὅτι κατά τήν ἐποχή του (ιη΄ αἰ.) ἡ Δύση δέν μποροῦσε νά ἀπειλήσει πολιτικῶς τό γένος, πού βρισκόταν κάτω ἀπό τη τουρκική κυριαρχία καί ἄρα οὐδείς λόγος ὑπῆρχε, ὥστε νά δειλιάζει τοῦτο μπροστά στούς Δυτικούς.

 Παρόμοια ἀπάντηση δίνει καί ὁ Ἀθαν. ὁ Πάριος: «Οἱ τήν φερομένην συνοδικήν διάταξιν τοῦ 1484 προβάλλοντες, τήν μύρω δεχομένην τούς ἀπό Λατίνων ἐπιστρέφοντας, οὐ συνίασιν, ὅτι οἰκονομία οἱ τότε χρώμενοι, διά τόν βρασμόν τοῦ παπισμοῦ καί τήν τυραννίαν οὕτως ἐτύπωσαν». «Νῦν -παρατηρεῖ καί αὐτός- ὁ τῆς οἰκονομίας παρῆλθε καιρός... καί οὐκ ἔτι καθ' ἡμῶν ἰσχύει ἡ παπική μανία» (Αὐτόθι σελ. 88-91).

ΤΟ ΘΕΜΑ ΛΥΕΙ Η  ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΟ 1755

 Ὁ τρόπος τῆς οἰκονομίας ἐπί τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν καθορίζεται ὑπό τῆς Συνόδου τῆς Κων/λεως ἐν ἔτει 1755, ἡ ὁποία οὐσία, ἀσφαλῶς καί μέ τά νέα δεδομένα, ἀντικατέστησεν τήν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου τοῦ 1484 ἐπί Πατριάρχου Κυρίλλου τοῦ Ε΄,  ὁρίσασα τήν ἐφαρμογήν τῆς ἀκριβείας ἤτοι τοῦ βαπτισμοῦ τῶν Λατίνων, ἐννοεῖται πάλιν κατά τά ὁριζόμενα ὑπό τοῦ Ζ΄ Κανόνος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς ἁγίας Συνόδου. Ἰδού τί ἀκριβῶς γράφει ὁ ἴδιος μελετητής:

«7) Τήν βάπτιση τῶν Λατίνων ἀποφάσισε καί ἐπέβαλε, τελικῶς, ἡ ἐπί Κυρίλλου Ε΄ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1755), παρά την ἀπόφαση τοῦ 1484. Ὁ  Ὅρος τῆς συνόδου, ὑπογραφείς καί ἀπό τούς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας καί Ἱεροσολύμων, ἐξακολουθεῖ νά εἷναι ἡ τελευταία ἐπίσημη ἀπόφαση, γιά τό ζήτημα, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὡς πρός τήν ἐφαρμογή του δέ κατά τόν ιη΄ αἰώνα σημειώνει ὁ Νεόφυτος: «Σημειούσθω δέ μοι ἐπί τούτοις, τῆς ἐρχομένης γενεᾶς ἕνεκα», ὅτι, ὡς πρός τούς Λατίνους, ἐνῶ «ὁ Ἐφέσου» «ὑπεσταλμένως» καί ὁ «Σμύρνης ἀναφανδόν ἐβάπτιζε», ὁ Κύριλλος ὁ Ε΄ ὅρισε «πάντας βαπτίζεσθαι». Μετά δέ τόν Κύριλλο ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Σωφρόνιος Β΄ (1774-1780) «συνάμα Λατίνοις καί τούς ἐξ ἀρμενίων, ἀρειανούς τε φημί καί Νεστοριανούς, αὐτός τε προσερχομένους ἐν τῆ Μεγάλη Ἐκκλησία παρρησία βαπτίζει, καί τούς ἁπανταχοῦ τά αὐτά ποιεῖν τῶ καθ' ἑαυτόν ὑποδείγματι παρεσκεύασε». Καί εἷναι γνωστό ὅτι καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Προκόπιος (1785-1789) ἐφάρμοσε τον Ὅρο καί στούς ἐπιστρέφοντες Οὐνίτες τό 1785» (Αὐτόθι σελ. 93-94).

«1. Ορος τΗς Αγίας τοΥ ΧριστοΥ Εκκλησίας
περί τοΥ βαπτίσματος τΩν ΔυτικΩν (1755)

 † Πολλῶν ὄντων τῶν μέσων, δι' ὦν τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀξιούμεθα καί τούτων, ὡς εἰπεῖν, κλιμακηδόν ἀλληλενδέτων καί ἀλληλουχουμένων ὄντων, ἅτε δή πάντων πρός τό αὐτό τέλος ἀφορώντων, πρῶτόν ἐστι τό τοῖς ἱεροῖς ἀποστόλοις θεοπαράδοτον βάπτισμα, οἷα δή τῶν λοιπῶν τούτου χωρίς ἀπρακτούντων. «ἐάν γάρ τις μη γεννηθῆ, φησίν, ἐξ ὕδατος καί πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». ἔδει καί γάρ ἀναγκαίως, τῆς πρώτης γεννήσεως ἐπί τόν θνητόν τουτονί βίον παραγαγούσης τόν ἄνθρωπον, γέννησιν ἑτέραν ἐξευρεθῆναι καί τρόπον μυστικώτερον, μήτε ἀπό φθορᾶς ἀνερχόμενον, μήτε εἰς φθοράν καταλήγοντα, δι' ο`ῦ γένοιτ' ἄν ἡμῖν δυνατόν μιμήσασθαι τόν ἀρχηγόν τῆς σωτηρίας ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Τό γάρ ἐν τῆ κολυμβήθρα ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος ἐν τάξει μήτρας λαμβάνεται, καί τόκος τῶ τικτομένω γίνεται, ἧ φησιν ὁ Χρυσόστομος. τό δέ ἐν τῶ ὕδατι ἐπιφοιτῶν Πνεῦμα ἐν τάξει Θεοῦ το ἔμβρυον διαπλάττοντος. καί ὥσπερ ἐκεῖνος μετά τήν ἐν τάφω κατάθεσιν τριταῖος ἐπί τήν ζωήν ἀνεφοίτησεν, οὕτως οἱ πιστεύοντες, ἀντί τῆς γῆς, τό ὕδωρ ὑποδυόμενοι, ἐν τρισί καταδύσεσι τήν τριήμερον ἑαυτοῖς χάριν τῆς ἀναστάσεως ἐξεικονίζουσιν, ἁγιαζομένου τοῦ ὕδατος τῆ ἐπιφοιτήσει τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ὡς ἄν τῶ μέν φαινομένω ὕδατι τό σῶμα φωτίζοιτο, τῶ δέ ἀοράτω Πνεύματι τον ἁγιασμόν ἡ ψυχή λήψαιτο. ὡς γιά το ἐν τῶ λέβητι ὕδωρ τῆς τοῦ πυρός μεταλαμβάνει θερμότητος, οὕτω τό ἐν τῆ κολυμβήθρα ὕδωρ τῆ ἐνεργεία τοῦ Πνεύματος εἰς θείαν μεταστοι­χειοῦται δύναμιν, καθαῖρον μέν καί υἱοθεσίας ἀξιοῦν τούς οὕτω βαπτιζομένους, τούς δέ ἄλλως πως τελουμένους, ἀντί καθάρσεως καί υἱοθεσίας ἀκαθάρτους καί σκότους υἱούς ἀποφαῖνον.

 Ἐπειδή τοιγαροῦν πρό χρόνων ἤδη τριῶν ζήτημα ἀνεφύη, εἰ τά παρά την παράδοσιν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί θείων Πατέρων καί παρά τήν συνήθειαν καί διαταγήν τῆς Καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐπιτελούμενα βαπτίσματα τῶν αἱρετικῶν δεκτά ἐστι, προσερχομένων ἡμῖν, ἡμεῖς, ἅτε θείω ἐλέει τῆ ὀρθοδόξω Ἐκκλησία ἐντραφέντες, καί τοῖς κανόσι τῶν ἱερῶν ἀποστόλων καί θείων Πατέρων ἑπόμενοι, καί μίαν μόνην γινώσκοντες τήν ἡμετέραν ἁγίαν καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, καί ταύτης τά μυστήρια, ἑπομένως καί το θεῖον βάπτισμα, ἀποδεχόμενοι, τά δε ὑπό τῶν αἱρετικῶν, ὅσα μή ὡς το Πνεῦμα τό ἅγιον τοῖς ἱεροῖς ἀποστόλοις διετάξατο καί ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέχρι τῆς σήμερον ποιεῖ, ἐπιτελούμενα, ἐφευρέματα ἀνθρώπων διεφθαρμένων ὄντα, ὡς ἀλλόκοτα καί τῆς ἀποστολικῆς ὅλης παραδόσεως ἀλλότρια γινώσκοντες, ἀποστρεφόμεθα κοινῆ διαγνώσει. Καί τούς ἐξ αὐτῶν ἡμῖν προσερχομένους ὡς ἀνιέρους καί ἀβαπτίστους δεχόμεθα, ἑπόμενοι τῶ Κυρίω ἡμῶν ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐντειλαμένω βαπτίζειν «εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος» τοῖς τε ἱεροῖς καί θείοις ἀποστόλοις, διαταττομένοις ἐν τρισί καταδύσεσι καί ἀναδύσεσι τούς προσερχομένους βαπτίζειν καί ἐν ἑκάστη τῶν καταδύσεων ἕν ὄνομα ἐπιλέγειν τῆς ἁγίας Τριάδος. τῶ τε ἱερῶ καί Ἰσαποστόλω Διονυσίω, λέγοντι «τρίς ἐν κολυμβήθρα ὕδωρ καί ἔλαιον ἡγιασμένα ἐχούση τόν προσερχόμενον παντός ἀμφίου γεγυμνωμένον βαπτίζειν, τήν τρισσήν τῆς θείας μακαριότητος ἐπιβοήσαντα ὑπόστασιν, καί εὐθύς τῶ θεουργικωτάτω μύρω τόν βαπτισθέντα ἐπισφραγίζειν, καί μέτοχον ἀποφαίνειν λοιπόν τῆς ἱεροτελεστικωτάτης εὐχαριστίας», τῆ τε δευτέρα καί πενθέκτη ἁγίαις Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις, διαταττομέναις τούς μή βαπτιζομένους εἰς τρεῖς ἀναδύσεις καί καταδύσεις καί ἐν ἑκάστη τῶν καταδύσεων μίαν ἐπίκλησιν τῶν θείων ὑποστάσεων μή ἐπιβοῶντας, ἀλλ' ἄλλως πως βαπτιζομένους, ὡς ἀβαπτίστους προσδέχεσθαι τῆ ὀρθοδοξία προσιόντας.

 Τούτοις τοίνυν τοῖς θείοις καί ἱεροῖς διατάγμασιν ἑπόμενοι καί ἡμεῖς, τά μέν τῶν αἱρετικῶν βαπτίσματα, ὡς ἀπάδοντα καί ἀλλότρια τῆς ἀποστολικῆς θείας διατάξεως καί ὕδατα ἀνόνητα, ὡς ὁ ἱερός Ἀμβρόσιος καί ὁ μέγας φησίν Ἀθανάσιος, καί ἁγιασμόν μηδένα παρέχοντα τοῖς ταῦτα δεχομένοις, καί προς κάθαρσιν ἁμαρτημάτων οὐδέν ὠφελοῦντα, ἀπόβλητα καί ἀποτρόπαια ἡγούμεθα. Τούς δ' ἐξ αὐτῶν ἀβαπτίστως βαπτιζομένους ὡς ἀβαπτίστους ἀποδεχόμεθα, προσερχομένους τῆ ὀρθοδόξω πίστει, καί ἀκινδύνως αὐτούς βαπτίζομεν, κατά τούς ἀποστολικούς καί συνοδικούς κανόνας, οἷς ἀραρότως ἐπιστηρίζεται ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ καί Ἀποστολική καί καθολική Ἐκκλησία, ἡ κοινή μήτηρ πάντων ἡμῶν. Καί ἐπί ταύτη τῆ κοινῆ ἡμῶν διαγνώσει καί ἀποφάνσει σφραγίζομεν τον Ὅρον ἡμῶν τοῦτον, ταῖς ἀποστολικαῖς καί συνοδικαῖς διαταγαῖς συνάδοντα, διαβεβαιοῦντες αὐτόν δι' ἡμετέρων ὑπογραφῶν.

 Ἐν ἔτει σωτηρίω αψνε΄.

 Κύριλλος ἐλέω Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης καί οἰκουμενικός πατριάρχης.

 † Ματθαῖος ἐλέω Θεοῦ πάπας καί πατριάρχης τῆς μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας καί κριτής τῆς Οἰκουμένης.

 † Παρθένιος ἐλέω θεοῦ πατριάρχης τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλήμ καί πάσης Παλαιστίνης» (Αὐτόθι σελ. 126-129).

 * * *

 Ἡ ἀπό τό 1924 ἀντιμετώπισις

τῶν ἐκ τῆς Παπικῆς-Νεοημερολογιτικῆς

Καίνοτομίας ἐπιστρεφόντων εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν

 Τέλος ἡ Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν καί τήν ἀπό 4/17.6.1983 ΑΠΟΦΑΣΙΝ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἐδημοσιεύθη εἰς τόν Τόμον τοῦ «Κ.Γ.Ο.» 1983 ἐν σελ. 222-223 ἔχει δέ ὡς κάτωθι:

 «ΑΠΟΦΑΣΙΣ 4/17.6.1983

 Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς ἱεραρχίας τῆς ἀκαινοτομήτου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατά τήν συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 17/6/1983 ἐπελήφθη τοῦ θέματος «Περί τοῦ δι' "ἐκχύσεως" ἤ "ραντισμοῦ" βαπτίσματος» τῶν νεοημερολογιτῶν.

 Λαβοῦσα δέ ὑπ' ὄψιν:

 α) Τόν Ν΄ Ἀποστολικόν Κανόνα, ὅστις ρητῶς διαγορεύει τήν τριπλῆν κατάδυσιν καί ἀνάδυσιν τοῦ βαπτιζομένου ἐν τῶ μυστηρίω τοῦ βαπτίσματος.

 β)  Ὅτι ἡ τριπλῆ κατάδυσις καί ἀνάδυσις ἐν τῶ ὕδατι, ἀποτελεῖ οὐσιαστικόν στοιχεῖον διά τήν ἐγκυρότητα τοῦ μυστηρίου, διότι: διά τῆς τριπλῆς καταδύσεως ὁμολογοῦμεν τό δόγμα τῆς θεαρχικῆς Τριάδος κατά τάς ἐπικλήσεις ἐκφωνούμενον, ἀλλά καί τό δόγμα τῆς οἰκονομίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν, οὗ τόν θάνατον μετά τῆς ταφῆς καί τήν τριήμερον ἀνάστασιν συμβολικῶς ἐκτυποῦσιν αἱ τρεῖς καταδύσεις καί ἀναδύσεις. Κατά τόν Ἅγιον Νικόδημον «δέν πρόκειται περί ἁπλοῦ συμβολισμοῦ, ἀλλά περί πραγματικότητος, διότι αὐτός ἐν αὐτῶ ἐνεργεῖ τον τοῦ Κυρίου θάνατον ὁ ἄνθρωπος. Τοὐτέστιν αὐτός ὁ βαπτιζόμενος ἀποθνήσκει καί συνθάπτεται τῶ Χριστῶ τῶ ὕδατι τοῦ βαπτίσματος (Ρωμ. 6, 9).  Ἄνευ τῶν καταδύσεων εἷναι ἀδύνατον νά γένηται εἰς ἡμᾶς τό ὁμοίωμα τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς τριημέρου ταφῆς. Το Ὀρθόδοξον βάπτισμα εἷναι, ὅμως, συνάμα τύπος καί τῆς εἰς  Ἅδου καταβάσεως τῆς ψυχῆς τοῦ Κυρίου. Οὕτω διά μέν τοῦ τύπου τῆς ταφῆς τοῦ Χριστοῦ θεουργεῖται τό σῶμα τοῦ βαπτιζομένου, διά δέ τοῦ τύπου τῆς εἰς  Ἅδου καταβάσεως θεοῦται ἡ ψυχή του».

 Καί πάλιν: «ἐπειδή αἱ τρεῖς καταδύσεις καί ἀναδύσεις, ἀναγκαῖαι εἰσίν ἐν τῶ βαπτίσματι, διά νά εἰκονισθῆ δι' αὐτῶν ὁ τριημερονύκτιος θάνατος, καί ταφή καί ἀνάστασις τοῦ Σωτῆρος, ἐν οἷς ἡ σωτηρία, καί ἄφεσις, καί καταλλαγή δίδοται παρά θεοῦ τοῖς ἀνθρώποις, ἄρα τό λατινικόν ράντισμα, τῶν καταδύσεων καί ἀναδύσεων ὄν ἔρημον, ἀκολούθως ἔρημον καί τοῦ τύπου τοῦ τριημερονυκτίου θανάτου, καί τῆς ταφῆς καί ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ὑπάρχει. Εἰ δε τούτων, δῆλον ἐστί καί ὁμολογούμενον, ὅτι, καί ἔρημον πάσης χάριτος ἐστι καί ἁγιασμοῦ, καί ἀφέσεως ἁμαρτιῶν». (Ἱερόν Πηδάλιον, σημ. εἰς Ν΄ Ἀποστολικόν Κανόνα).

 Καί πάλιν: «'Ἄς μάθωσιν, ὅτι δέν τελειοῦται τό βάπτισμα διά μόνων τῶν τῆς Τριάδος ἐπικλήσεων, ἀλλά δεῖται ἀναγκαίως καί τοῦ τύπου τοῦ θανάτου, καί τῆς ταφῆς, καί ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. ἐπειδή οὔτε μόνη ἡ εἰς τήν Τριάδα πίστις σώζει τον βαπτιζόμενον, ἀλλά σύν αὐτῆ ἀναγκαία ὑπάρχει καί ἡ εἰς τόν θάνατον τοῦ Μεσσίου πίστις, καί οὕτω δι' ἀμφοτέρων ἐντός τῆς σωτηρίας καί μακαριότητος γίνεται οὗτος: «Ἐν τρισί γάρ καταδύσεσι (καλόν γάρ το τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐπαναλαβεῖν) καί ἰσαρίθμοις ταῖς ἐπικλήσεσιν, τό μυστήριον τοῦ βαπτίσματος τελειοῦται, ἵνα καί ὁ τοῦ θανάτου τύπος ἐξεικονισθῆ, καί τῆ παραδόσει τῆς θεογνωσίας τάς ψυχάς, φωτισθῶμεν οἱ βαπτιζόμενοι» (αὐτόθι).

 γ) Τήν Ὀρθόδοξον παράδοσιν, ἥτις οὔτε τό δι' «ἐκχύσεως», οὔτε το διά ραντισμοῦ «βάπτισμα» τῶν Λατίνων ἐδέξατο ἤ ποτέ ἀνεγνώρισεν.

 δ) Τό γεγονός, ὅτι ἐν τοῖς κύκλοις τῶν σχισματικῶν Νεοημερολογιτῶν ἡ Παπική αὕτη καίνοτομία ἐστίν εὐρέως διαδεδομένη, ἐν δέ τοῖς οἰκουμενιστικοῖς κύκλοις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπεβλήθη τό διά ραντισμοῦ ἤ δι' ἐπιχύσεως «βάπτισμα».

 ε) Τήν δήλωσιν τοῦ P.C., δι' ἧς οὗτος δηλοῖ, ὅτι τό εἰς αὐτόν «βάπτισμα» ὑπό νεοημερολογίτου-οἰκουμενιστοῦ ἐτελέσθη δι' ἐκχύσεως.

 ΣΥΣΚΕΨΑΜΕΝΗ ΕΝ ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ

 ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ

 α) Ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἕν καί μόνον Βάπτισμα ὁμολογεῖ διά τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί ἕνα μόνον δι' αὐτοῦ δέχεται, ἤτοι τό διά τριπλῆς καταδύσεως καί ἀναδύσεως καί τῆς ἐπικλήσεως τῆς ἁγίας Τριάδος. Τοῦτο τό Βάπτισμα ὡς θεοδίδακτον καί θεοπαράδοτον καί ὑπό τῶν ἁγίων Συνόδων καί τῶν Πατέρων βεβαιωθέν, ἡ Ὀρθόδοξος Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἀείποτε ἐδέξατο καί ἐφήρμοσεν.

 β) Τό τῶν Νεοημερολογιτῶν-Οἰκουμενιστῶν Βάπτισμα, τελούμενον ἀπολύτως κατά τον Ὀρθόδοξον τύπον, δέχεται κατά τόν Ζ΄ Κανόνα τῆς Β΄ ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τόν Α΄ Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, οἰκονομικῶς, ἤτοι τούς προσερχομένους τῆ ἀκαινοτομήτω ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, δέχεται μή ἐξ ὑπαρχῆς τελοῦσα τό Βάπτισμα αὐτοῖς, ἀλλά δι' ἁγίου Μύρου.

 γ) Τό ὑπό τῶν Νεοημερολογιτῶν-Οἰκουμενιστῶν τελούμενον διά «ραντισμοῦ», ἤ δι' «ἐκχύσεως βάπτισμα», ἡ ἀκαινοτόμητος ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἀπορρίπτει καί οὐδόλως ἀποδέχεται καί ὁρίζει τούς προσερχομένους ἐκ τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ τῆ ἀκαινοτομήτω ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, βαπτίζεσθαι ἐξ ὑπαρχῆς καί οὕτω προστιθεμένους Αὐτῆ.

 Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ
 Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ὁ Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος
ΑΝΔΡΕΑΣ
 
ΤΑ ΜΕΛΗ

 Ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος Ὁ Μεσσηνίας Γρηγόριος Ὁ Ἀττικῆς-Μεγαρίδος
Ματθαῖος Ὁ Πειραιῶς-Νήσων Νικόλαος Ὁ Βρεσθένης Λάζαρος
Ὀ Ἀργολίδος Παχώμιος Ὁ Φθιώτιδος Θεοδόσιος Ὁ Σερβίων-Κοζάνης
Τίτος Ὁ Ἀρχιγραμματεύς ἱερομ. Κήρυκος Κοντογιάννης

 Ἡ Ἱερά Σύνοδος μετά μακράν συζήτησιν, ἐπεφυλάχθη νά λάβη ἀμέσως ἀπόφασιν προκειμένου νά μελετηθῆ ὑφ' ὅλων τό θέμα καί διότι ὅπως ἐτονίσθη μία νέα ἀπόφασις ἐπί τῆς γραμμῆς τῆς ἀκριβείας, πρωτίστως πρέπει νά διακονῆ τό ἔργον τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης ἐλήφθη ὑπ' ὄψιν τό ἐν ἀρχῆ λεχθέν περί κοσμικοῦ πνεύματος ἐπί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καί ὅτι ἐν ὄψει τῆς πληθύος τῶν σχισματοαιρετικῶν παλαιοημερολογιτικῶν Παρατάξεων, ἀπαιτεῖται μεγάλη Κατηχητική-Ποιμαντική ἱεραποστολή, προκειμένου νά συνειδητοποιήσουν πρῶτα οἱ «παλαιοημερολογῖται» καί ἐν ταυτῶ καί οἱ προτιθέμενοι νά ἐπιστρέψουν Νεοημερολογῖται, τί εἷναι ὀρθοδοξία, τί εἷναι Ἐκκλησία καί ὑπό ποίων σήμερον αὕτη ἐκπροσωπεῖται καί ἐκφράζεται. ἐξαιρέτως δέ ἐτονίσθη ὅτι τό κακόν εἰς τούς θέλοντας νά ἐπιστρέψουν προκαλεῖ ἡ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΗ ΟΥΝΙΑ, ἤτοι, αἱ Παλαιοημερολογιτικαί Σχισματικαί Παρατάξεις, την ἀρχήν τῶν ὁποίων ἐποίησεν τό 1937 ὁ Νεοημερολογιτισμός, καί συνέχισεν μέ τάς δύο τελευταίας Σχισματοαιρετικάς Παρατάξεις «τῶν πέντε πρώην Μητροπολιτῶν» καί αὐτήν τῶν Νικολαϊτῶν.

 Τό θέμα θά συνεχισθῆ καί θά ὁλοκληρωθῆ εἰς προσεχῆ Ἱεράν Σύνοδον, ἐνῶ ἐξητάσθησαν καί τρέχουσαι περιπτώσεις κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νά προσχωρήσουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν, ὡς ὁ ἐκ Σερβίας π. Χαράλαμπος, ὁ π. Ἐλισσαῖος καί π. Δαυίδ. ἐπ' αὐτῶν ἐλήφθησαν εἰδικαί ἀποφάσεις.

 * * *

 Ἐπί τοῦ 2ου Θέματος: Ἐαρινή ἰσημερία. Ἐπ' αὐτοῦ ἡ Ἱερά Σύνοδος παρηκολούθησεν με ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον τήν Εἰσήγησιν τοῦ Παν/του ἱερ/χου π. Ἀμφιλοχίου, ἡ ὁποία, με βάσιν τήν ἁγίαν Γραφήν καί τό Αἰώνιον ΚΑΝΟΝΙΟΝ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀποκαλύπτει τήν περιβεβλημένην μέ ἔνδυμα ἐπιστημονικότητος καί ἀστρονομικῆς ἀκριβείας ἀπάτην, περί δῆθεν πτώσεως τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας, κατά τό 325 μ.Χ., ἀπό τήν 21ην (Μαρτίου) εἰς τήν 7ην Μαρτίου Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, ὡς οἱ καινοτομήσαντες Νεοημερολογῖται ἀρέσκονται νά ὑποστηρίζουν, ἐναρμονιζόμενοι πλήρως μέ τάς Δυτικῆς προελεύσεως ὑποσημειώσεις τοῦ Πηδαλίου καθ' ἅς δῆθεν οἱ  Ἅγιοι 318 θεοφόροι Πατέρες ἐν γνώσει των καί μέ λανθασμένην ἰσημερίαν ἐνομοθέτησαν!

 Τονίζει δέ ὡσαύτως ὅτι τοιαῦται αἰτιάσεις ἀποτελοῦν ὕβριν ὄχι μόνον πρός τους ἐν ἁγίω Πνεύματι συνδιασκεψαμένους ἁγ. Πατέρας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά καί προς τήν ἐξ ἀντικειμένου ἀλήθειαν καί τους ἁπλοῦς Χριστιανούς, δι' ἕν φυσικόν φαινόμενον, τό ὁποῖον ἀμεταθέτως ἀπό κτίσεως κόσμου ἕως τῆς σήμερον, ἀλλά καί εἰς τόν αἰώνα, θά λαμβάνη χώραν μέ καταπληκτικήν ἀκρίβειαν, τήν 7-8 Μαρτίου ἰουλιανοῦ-ἡμερολογίου, ἀποδεικνῦον ἀφ' ἑαυτοῦ τήν ἐν Ἑλλάδι εἰσαγωγήν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ὡς ἐκ τοῦ πονηροῦ γενομένην.

 Ἐπί τοῦ 5ου Θέματος: Περί τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας τοῦ ἀσκητοῦ τῆς Μονῆς Χοζεβᾶ, ἤτοι τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρουμάνου καί τῆς ἀπό 27.7.2010 εἰσηγήσεως τοῦ Σεβ/του Μητροπολίτου Κιέβου κ. Σεραφείμ, ὅπως ἐνταχθῆ εἰς τό ἁγιολόγιον ὡς νέος ὁμολογητής, τό θέμα δέν συνεζητήθη λόγω τῆς ἠτιολογημένης ἀπουσίας τοῦ εἰσηγητοῦ, ἐνῶ ἄλλαι σχετικαί «ἁγιοποιήσεις» τεθεῖσαι ἐκτός ἡμερησίας Διατάξεως, ἐνῶ σχετικῶς μέ ἄλλες προτάσεις ἁγιοποιήσεων τεθείσας ἐκτός ἡ.Δ. δέν κατέστη δυνατόν νά ἀσχοληθῆ καί ἀποφασίση ἡ Ἱερά Σύνοδος.

 Ἐπί τοῦ 4ου Θέματος: Τό ΑΜΚΑ καί κυρίως τήν μελετωμένη «Κάρτα τοῦ Πολίτου». Ἡ Ἱερά Σύνοδος, κατόπιν τῆς συντόμου εἰσηγήσεως τοῦ Παν/του ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου καί τῆς ἐν συνεχεία συζητήσεως, κατέληξεν εἰς τό κάτωθι κείμενον, τό ὁποῖον καθαρογραφέν καί ὑπογραφέν ὑπό τοῦ Σεβ/του κ. Κηρύκου δημοσιεύεται:

 «Ἡ Ἱερά Πανορθόδοξος Σύνοδος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 26ης Νοεμβρίου 2010 (ἐ.ἡμ.), μέ ἀφορμήν τήν ἀνάρτησιν εἰς τον δυκτιακόν τόπον διαβουλεύσεων τοῦ ὑπουργείου ἐσωτερικῶν, ἀποκεντρώσεως καί ἠλεκτρονικῆς Διακυβερνήσεως, κειμένου «πρός δημόσια διαβούλευση, για τήν βέλτιστη ἀξιοποίηση τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη», ἐπελήφθη μεταξύ ἄλλων θεμάτων καί τοῦ θέματος αὐτοῦ, τό ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον τόν ἑλληνικόν Λαόν.

 Ἡ Ἱερά Σύνοδος, κατόπιν μελέτης τοῦ κειμένου αὐτοῦ, καθώς καί ἄλλων σχετικῶν, κατέληξεν εἰς τά ἀκόλουθα συμπεράσματα:

 Α.  Τό κείμενον τοῦ ὑπουργείου ἐσωτερικῶν διακρίνει ἀσάφεια, περιέχει ἀντιφάσεις καί ὡς ἐκ τούτου προκαλεῖ σύγχυσιν, ἀντί νά παρέχη τάς ἀναγκαίας διευκρινήσεις, τάς ὁποίας κατ' ἀναφαίρετον Συνταγματικόν δικαίωμα δικαιοῦνται οἱ πολίται.

Β. Τά δύο βασικά σημεῖα, τά ὁποῖα προκύπτουν ἀπό τό κείμενον εἷναι ὅτι ἡ λειτουργία τῆς Κάρτας προϋποθέτει:

 1.  Τήν ἑνοποίησιν πολλῶν ἐπί μέρους ἀρχείων, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τον πολίτη. Καί

 2. Τήν χρῆσιν εἰδικοῦ ἠλεκτρονικοῦ ἐξοπλισμοῦ, δηλαδή μικροτσίπ.

 Γ. Ἐπί τῶν ἐπί μέρους ἀρχείων τοῦ Πολίτου, τά ὁποῖα εἷναι ἤδη καταχωρημένα εἰς πλῆθος ἀρχείων τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, ἄλλα τῶν ὁποίων εἷναι συμβατικῆς καί ἄλλα ἠλεκτρονικῆς, ἀφοροῦν μεταξύ ἄλλων:

 • Τάς οἰκονομικάς σχέσεις τοῦ πολίτου μέ τήν Πολιτείαν (εἰσόδημα καί φόρον τόν ὁποῖον πληρώνει, περιουσιακά στοιχεῖα).

 • Τήν στρατολογικήν του κατάστασιν.

 • Τήν ἱκανότητα ὁδηγήσεως ἤ μή.

 • Τό ποινικόν του μητρῶο.

 •  Τήν ἀσφαλιστικήν του κατάστασιν.

 •  Τά ἐκλογικά του δικαιώματα.

 • Τάς σχέσεις του μέ τό τραπεζικόν σύστημα (σύστημα «Τηρεσίας»).

 Πέραν ὅμως, τῶν γνωστῶν αὐτῶν ἀρχείων ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτου προβλέπει καί Μητρῶον ὑγείας (τό ὁποῖον προκύπτει αὐτομάτως ἀπό τήν ἠλεκτρονικήν συνταγογράφησιν τῶν φαρμάκων) καί ἐνδεχομένως καί θρησκευτικῶν πεποιθήσεων, ὁπότε εὔλογον τίθεται τό ἐρώτημα, ποῖος λόγος ἐπιβάλλει τά εὐαίσθητα αὐτά προσωπικά δεδομένα νά γίνουν ἀντικείμενον ἠλεκτρονικῆς καί διαλειτουργικῆς παρακολουθήσεως;

 Τελικῶς, μήπως μέ τήν ἑνοποίησιν τῶν ἀρχείων ἐπέρχεται καταστρατήγησις τῶν συνταγματικῶς κατοχυρωμένων ἀτομικῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ἐφ' ὅσον τά προσωπικά του δεδομένα θά εὑρίσκωνται πλέον εἰς τήν διάθεσιν κάθε εἰδικοῦ ἐπί θεμάτων πληροφορικῆς, ἐξουσιοδοτημένου ὑπό τῆς Πολιτείας (δηλαδή δημοσίου ὑπαλλήλου) ἤ καί ἀσχέτου (χάκερ);

 Δ. Ἐπί τῆς χρήσεως τοῦ μικροτσίπ.

 Ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτου θά περιέχη μικροτσίπ (δηλαδή ἕνα ὁλοκληρωμένον ἠλεκτρονικόν κύκλωμα, μέ δυνατότητα ἀποθηκεύσεως μεγάλου ὄγκου πληροφοριῶν), διά τήν ψηφιακήν ταυτοποίησιν τοῦ κατόχου τῆς κάρτας, προκειμένου νά ἀντλῆ πιστοποιητικά μέσω τοῦ Διαδυκτίου ἤ δι' ἔγκυρον ψηφιακήν ὑπογραφήν. Ὅμως, ὅπως προκύπτει ἀπό πολλά σχετικά περιστατικά, τό μικροτσίπ χρησιμοποιεῖται κυρίως διά τήν παρακολούθησιν τοῦ κατόχου του, τώρα ζώων, ἀλλά μελλοντικῶς καί ἀνθρώπων (τεχνολογία REID Radioο Frequensy Identification).  Ἄρα, τό μικροτσίπ ὡς τεχνολογία, πέραν τῶν ἄλλων σκοπιμοτήτων τῆς χρήσεώς του, συνεπάγεται τήν κατάργησιν τῆς ἰδιωτικότητος, καί ἑπομένως τήν κατάργησιν τοῦ ἀνθρώπου ὡς Προσώπου, ὅπως τόν δέχεται ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία καί τοῦ αὐτεξουσίου καί τῆς ἐλευθερίας του καί ὡς ἐκ τούτου ἡ Ἐκκλησία δεν μπορεῖ νά συναινέση εἰς τήν χρῆσιν του.

 Ε. Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐπισημαίνει, ὅτι:

 • Ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτου προκαλεῖ εἰς τούς πιστούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς καί  πρῶτον εἰς ἡμᾶς τούς ἀρχιερεῖς, σοβαράς ἐσχατολογικάς ἀνησυχίας, καθώς ἐντάσσεται εἰς τά προδρομικά σημεῖα τῆς ἐλεύσεως τοῦ ἱστορικοῦ ἀντιχρίστου, τοῦ ποίου τήν ἐμφάνισιν εἰς τό ἱστορικόν προσκήνιον (ἐκτός ἄλλων παραγόντων), προετοιμάζει καί τό παγκόσμιον κράτος, την παγκόσμιον –δηλαδή- διακυβέρνησιν καί τον ἀσφυκτικόν ἔλεγχον μιᾶς παγκόσμιας ἀρχῆς ἐπί ὅλων τῶν πολιτῶν χωρίς καθόλου νά θεωρῆται ὡς ἀθῶα.

 •  Τήν ἔλευσιν τοῦ ἱστορικοῦ ἀντιχρίστου, τοῦ ἀντιχρίστου ὡς προσώπου, προετοιμάζει ἤδη ἀπό αἰῶνος καί πλέον ἡ αἴρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία εἷναι ἡ θρησκευτική ὄψις τῆς παγκοσμιοποιήσεως, τῆς ὁποίας σήμερον προωθεῖται ἡ οἰκονομική, πολιτική καί θεσμική μορφή.

 •  Ὡς ἐκ τούτου ἀγών κατά τῆς παγκοσμιοποιήσεως εἰς πνευματικόν ἐπίπεδον, δέν νοεῖται ἐκτός τῆς Μίας, ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν μετά τό Σχίσμα τοῦ 1924 ἐκφράζει καί ὑποστασιάζει εἰς οἰκουμενικόν ἐπίπεδον ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὡς ἱστορική καί ὀντολογική συνέχεια Αὐτῆς.

 • Διά τούς ὡς ἄνω σαφεῖς λόγους ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, δεν συναινεῖ, ἀλλά καί ἀντιτίθεται εἰς την ἔκδοσιν τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτου.

 • Καλεῖ ὅλους τούς πιστούς, καί εἷναι κατά Κλῆρον καί Λαόν εἰς πνευματικήν ἐγρήγορσιν, διά τήν κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀντιμετώπισιν καί αὐτῆς τῆς ἐξαιρετικῶς σοβαρᾶς προκλήσεως, εἰς τά πλαίσια τοῦ ἐλευσομένου Ἀντιχρίστου.

 • Κηρύσσει ὅτι εἷναι στοιχειῶδες χρέος ὅλων τῶν πιστῶν χριστιανῶν νά ἀντιταχθῶμεν εἰς τήν θεσμοθέτησιν τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτου, μέ κάθε νόμιμον μέσον καί πρωτίστως κατά τό Συνταγματικόν ΔΙΚΑΙΩΜΑ περί ἐλευθερίας τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεώς μας.

 Τέλος ἰδιαιτέρως τονίζει ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ ὅλου ἑβραιοσιωνιστικοῦ Κινήματος δέν ἀντιμετωπίζεται μέ τάς ἰδικάς μας δυνάμεις, ἀλλά μόνον διά τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διαχρονικῶς ἀντιμετώπισαν τούς κατά καιρούς ἀντιχρίστους οἱ Μάρτυρες τῆς Πίστεως, οὕτω καί εἰς τάς ἡμέρας μας. Διό καλεῖ τούς πιστούς εἰς θερμήν πρός τόν Ἅγιον Θεόν προσευχήν, εἰς μετάνοιαν καί μυστηριακήν ζωήν, «ἵνα μη εἰσενέγκη ἡμᾶς εἰς πλείονα πειρασμόν», ἀλλά «ρύσηται ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ».

 Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ

 
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(*) Σημ. «Ο.Π.»:  Τό Κατηγορητήριον καί ἡ Κλήτευσις τοῦ κατηγορουμένου παρατίθενται ἐν σελίσι 314-319 τοῦ παρόντος τεύχους τῆς «Ο.Π.».


ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
@ ΓΟΕΕ 2011