ΤΕΥΧΟΣ 194
Αὔγουστος -Σεπτέμβριος -Ὀκτώβριος 2010
ΞΕΝΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΙ ΟΠΟΙΑΙ ΜΑΣ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ

«ΤΩΝ ΦΡΟΝΙΜΩΝ ΟΛΙΓΑ»(*)
 
Τό ἀφιερώνουμε στούς «ἐκλεκτούς μας φίλους» τῆς Γερμανίας,
γιά νά θυμοῦνται τί ἔκαναν στήν Ἑλλάδα 
κατά τούς χρόνους τῆς Κατοχῆς
 

Αἰσθανόμαστε βαθειά λύπη γιά τήν συμπεριφορά τῶν Γερμανῶν, γιά τά ὑβριστικά καί εἰρωνικά τους σχόλια εἰς βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτοί πού βαρύνονται μέ εἰδεχθῆ καί ἀποτρόπαια ἐγκλήματα, αὐτοί πού ἔπνιξαν τήν Εὐρώπη στό αἷμα, αὐτοί πού ἀφήρεσαν ἑκατομμύρια ἀνθρώπινες ζωές, κατά τήν διάρκεια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δέν ἔχουν τό δικαίωμα νά μᾶς κάνουν τό δάσκαλο. Τούς εἴδαμε, τούς γνωρίσαμε πολύ καλά στά χρόνια τῆς βάρβαρης κατοχῆς, ἀπό ὅσα διέπραξαν εἰς βάρος τῆς Πατρίδος μας. Τούς γνωρίσαμε στά Κερδύλλια, στό λεβέντικο χωριό, τό Χορτιάτη Θεσ/νίκης, στούς Πύργους Πτολεμαΐδος, στήν Κλεισούρα Κατοριᾶς, στά Καλάβρυτα, στίς πυρπολήσεις τῶν ἱερῶν μας Ναῶν, τῶν σχολείων καί στήν ἁρπαγή τῆς «μπουκιᾶς» τῶν ἑλλήνων, μέ ἀποτέλεσμα νά πέφτουν κατά ἑκατοντάδες ἀπό τήν πεῖνα οἱ Ἕλληνες. Ἄς ἐνθυμηθοῦν τήν ὀλιγοσέλιδη ἱστορία των, ἄς θυμηθοῦν καί τό παρελθόν των.

 Τούς γνωρίσαμε στίς ἐκτοπίσεις, στά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, στά Κρεματόρια, στό Ἄουσβιτς, ὅπου ὡδηγήθηκαν Ἕλληνες αἰχμάλωτοι, γιά νά ὑποστοῦν καί νά ζήσουν τόν χειρότερο εὐτελισμό τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως καί νά μεταβάλουν σέ σαπούνι τά δολοφονημένα κορμιά, γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἀνθρωποειδῶν τεράτων τοῦ ναζισμοῦ καί τοῦ σχιζοφρενικοῦ χιτλερισμοῦ.

 Στήν Ἑλλάδα μπορεῖ νά μήν ἔχουμε παλιοσίδερα καί χάλυβες, ἀλλά ὑπάρχει πολιτισμός, ὑπάρχει ἕνας Ὅμηρος, ἕνας Ἡρόδοτος, ἕνας Δημόκριτος, ἕνας Ἱπποκράτης, ἕνας Δημοσθένης, ἕνας Περικλῆς. Καί ὅταν οἱ Ἕλληνες ἔκτιζαν Παρθενῶνες, αὐτοί ἐτρέφοντο μέ βελανίδια στίς τρῶγλες.

 Στήν Ἑλλάδα ὑπάρχει, προπαντός, Ἐκκλησία μαρτύρων πού κοσμοῦν τήν Ὀρθοδοξία μας. Αὐτήν, ἀκριβῶς, δέν ἀνέχονται καί θέλουν νά τήν ἀφανίσουν. Τό μῖσος τους εἶναι ἀβυθομέτρητο ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας. Τούς γνωρίσαμε καλά, τούς νοιώσαμε στό πετσί μας. Ἄς εἶναι ὀλίγον τι περισσότερον σεμνοί ἔναντι τῆς Πατρίδος μας.

 Λοιπόν, γιά νά τελειώνουμε, «τῶν φρονίμων ὀλίγα». Ἡ σιωπή εἶναι κόσμημα. Ἡ σιωπή εἶναι στολίδι. Ἡ Θεογνωσία εἶναι δῶρο θεϊκό καί ἡ αὐτογνωσία, τήν ὁποία δέν γνώρισε ποτέ ἡ Γερμανία, εἶναι χάρισμα.

 Ἀπό αὐτούς δέν δεχόμαστε νά μᾶς κάνουν τόν δάσκαλο, ἀλλά οὔτε καί τόν εἰσαγγελέα. Αὐτό ἄς τό ἔχουν ὑπόψι τους οἱ ἄσπονδοι «ἐκλεκτοί μας φίλοι» Γερμανοί.

 

66 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΦΑΓΗ ΣΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ

 Στίς 10 Ἰουνίου τοῦ 1944, ὁ λοχαγός τῶν SS Φρίτζ Λάουτενμπαχ, ἔλαβε ἐντολή νά μετακινήσει τό λόχο του ἀπό τήν Λειβαδιά πρός τήν Ἄμφισσα, μέσω Διστόμου, μέ σκοπό τόν ἐντοπισμό ἀνταρτῶν τοῦ ΕΛΑΣ. Οἱ Γερμανοί μπῆκαν στό Δίστομο καί ἐκφοβίζοντας τούς κατοίκους, ἔμαθαν ὅτι ὑπῆρχαν ἀντάρτες στό Στείρι. Ἕνας ἀπό τούς λόχους κατευθύνθηκε πρός τά ἐκεῖ, ἀλλά ἔπεσε σέ ἐνέδρα τῶν ἀνταρτῶν τοῦ ΕΛΑΣ. Οἱ ἀντάρτες, μετά ἀπό δύο ὦρες μάχης, ὑποχώρησαν μπροστά στίς γερμανικές δυνάμεις. Οἱ ἀπώλειες τῶν Γερμανῶν ἦταν περίπου 40 νεκροί, ἐνῶ τῶν ἀνταρτῶν περίπου 15.

 Μετά τή μάχη, οἱ Γερμανοί μπῆκαν στό Δίστομο καί σέ ἀντίποινα γιά τίς ἀπώλειές τους, ξεκίνησαν νά σφάζουν ὅποιον βρισκόταν στό δρόμο τους. Ἀποκεφάλισαν τόν ἱερέα τοῦ χωριοῦ καί σκότωσαν μωρά καί γυναῖκες, ἀφοῦ πρῶτα τίς βίασαν. Ἡ σφαγή σταμάτησε τό βράδυ, ὅταν οἱ Γερμανοί στρατιῶτες ἀναγκάστηκαν νά ἐπιστρέψουν στήν Λειβαδιά, ἀφοῦ προηγουμένως, ὅμως, ἔκαψαν τά σπίτια τοῦ χωριοῦ.

 Οἱ ἐκτελέσεις συνεχίστηκαν καί κατά τήν ἐπιστροφή τῶν Γερμανῶν στήν βάση τους. Οἱ νεκροί τοῦ Δίστομου ἔφτασαν τούς 228, ἐκ τῶν ὁποίων 117 γυναῖκες, 111 ἄντρες, ὅπου ἀνάμεσά τους ἦταν καί 53 παιδιά κάτω τῶν 16 χρόνων. Ἡ μαρτυρία τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, Ἑλβετοῦ George Wenrly, πού ἔφτασε στό Δίστομο μετά ἀπό λίγες μέρες, κάνει λόγο γιά 600 νεκρούς στήν εὐρύτερη περιοχή, ἐνῶ ἀναφέρεται ὅτι οἱ νεκροί βρίσκονταν παντοῦ, ἀκόμα καί κρεμασμένοι πάνω σέ δέντρα.

 

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΦΟΥΝΤΟΥΡΗΣ, 6 ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΤΕ, ΘΥΜΑΤΑΙ:

 «Τήν ὥρα τῆς σφαγῆς βρισκόμουνα στό ἰσόγειο τοῦ Ἀγγελῆ Πίτσου, ἐγώ, ἡ ἀδερφή μου Μαρία, ἡ γιαγιά μου Κατερίνη Πίτσου μέ τήν κόρη της Ἀσήμω. Εἴμαστε κλεισμένοι μέσα, γιατί ἀκούγαμε νά πετοῦν σφαῖρες ἀπό τή μεριά τοῦ Στειριοῦ. Γιά μία στιγμή βλέπουμε ἀπ' τό γωνιακό παράθυρο νά ἔρχονται γερμανικά αὐτοκίνητα ἀπό τό δρόμο τοῦ Στειριοῦ καί νά σταματοῦν μπροστά στό Δημοτικό σχολεῖο πρός τοῦ Ψημένου. Ἄρχισαν νά κατεβάζουν ἄντρες ἀπό τά αὐτοκίνητα. ἐγώ μικρός, δέν γνώριζα ἀλλά ἡ γιαγιά μου εἶπε πώς ἦταν τά παιδιά. Ἀφοῦ τούς κατέβασαν τούς ἔστησαν στόν τοῖχο τοῦ σχολείου, πρός τή μεριά τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Βιτριόλη - Πανουργιᾶ καί τούς ἐκτέλεσαν.

..................................................................................................

 Ὕστερα ἀπό ἀρκετές ὦρες βγῆκε πρώτη ἡ ξαρδέφη μου ἡ Ἀσήμω, γύρω στά 17. Εἶχε ἀρχίσει νά σουρουπώνει καί ἀφοῦ εἶδε πώς δέν ὑπῆρχαν γερμανικά αὐτοκίνητα στό δρόμο καί δέν ἀκούγονταν πυροβολισμοί, βγήκαμε ὅλοι ἀπό τόν καταρράχτη. Ἐμένα μέ τήν ἀδερφή μου μᾶς ἔστειλαν στό πατρικό μας, 50 μέτρα μακρύτερα. Βγαίνοντας ἀπ' τήν αὐλόπορτα τοῦ Πίτσου, πάνω σέ στέφλα εἴδαμε σκοτωμένο τό Νίκο Σφουντούρη, ξάδερφό μου. Ἤρθαμε στό σπίτι μας καί ἀντικρύζω τή μάνα μου σκοτωμένη, γονατιστή στήν ἀγκωνή στό τζάκι. Μόλις τήν ἀκούμπησα σωριάστηκε χάμω. Ὁ πατέρας μου ἦταν σκοτωμένος πάνω στό κρεβάτι. Στό ἄλλο μικρό κρεβάτι, δίπλα στό τζάκι, ξεκοιλιασμένος ὁ ἀδερφός μου Νίκος, δύο χρονῶν. Βγήκαμε ἔξω κλαίγοντας καί φωνάζω στή γιαγιά Κατερίνη πώς σκοτῶσαν τούς γονεῖς μου καί μοῦ εἶπε νά πάω στῆς γιαγιᾶς μου τό σπίτι -στή μάνα τῆς μάνας μου.- Ξεκινήσαμε πιασμένοι χέρι - χέρι. Φτάνοντας στήν πάνω πλα­τεία εἴδαμε ἕνα σκοτωμένο μπροστά τοῦ Μπουκαλῆ. Γιά νά πᾶμε στῆς γιαγιᾶς περ­νού­σαμε ἀπό τό στενό μεταξύ Τζάθα καί Κουτριάρη. Ἐκεῖ εἶχαν τραυματίσει τόν Εἰρηνοδίκη καί ἕναν ἄλλον. Μέσα ἀπό τό σπίτι τοῦ Τζάθα μούγκριζε τραυματισμένος. Φτάσαμε μέ τήν ἀδερφή μου στό σπίτι τῆς γιαγιᾶς. Κλεισμένο, ἔρημο. Μᾶς μάζεψε ὁ γερό Λουκᾶς Καΐλης πού ζοῦσε ἀνήμπορος στό σπίτι τοῦ Μιλτιάδη Καΐλη. Μᾶς ρώτησε τί πάθαμε καί τοῦ εἶπα πώς σκότωσαν τούς γονεῖς καί τόν ἀδερφό μου. Ὕστερα ἦρθε ὁ ἀδερφός τῆς μάνας μου Χαράλαμπρος Καροῦζος πού μᾶς πῆρε καί διανυκτερεύσαμε ἔξω ἀπό τό χωριό στή μεγάλη λάκκα. ἐκεῖ ἄκουγα ὅλη τήν νύχτα τά κλάματα, τά μοιρολόγια τῶν πα­τριωτῶν μου. Ἄκουγα τούς λυγμούς τῆς Νίτσας Καΐλη (Νίτσα Σφουντούρη σήμερα) πού τῆς εἶχαν σκοτώσει τούς γονεῖς της. Τήν ἄλλη μέρα φύγαμε καί πήγαμε στό μαντρί τοῦ Θανάση Καστρίτη, στό ἁλωνάκι, γιά ἀρκετό καιρό. Ὕστερα περιπλανιόμαστε καί φτάσαμε στήν ἀντικυρά καί ἀπό κεῖ τριγυρνούσαμε στόν ἐλαιῶνα τῆς Παραλίας Διστόμου ἀπο­φεύγοντας τούς Γερμανούς πού πολλές φορές κατέβαιναν μέ ἄλογα φορτωμένα κανόνια.

 Ἀπ' αὐτή τήν ἄγρια σφαγή ἔχασα 14 ἄτομα ἄμεσους συγγενεῖς μου».

 

Ο ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ,
ΣΟΥΗΔΟΣ ΣΤΟΥΡΕ ΛΙΝΝΕΡ, ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ
«Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΟΥ», ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ:

 Παντρευτήκαμε στίς 14 Ἰουνίου. Ὁ ὑπεύθυνος τῆς ἑλληνικῆς ἐπιτροπῆς, Ἔμιλ Σάντστρομ, παρέθεσε γαμήλιο γεῦμα πρός τιμήν μας. Ἀργά τό βράδυ μέ πλησίασε καί μέ ἀπομάκρυνε ἀπό τά γέλια καί τίς φωνές, πρός μία γωνιά ὅπου θά μπορούσαμε νά μιλήσουμε οἱ δύο μας. Μοῦ ἔδειξε ἕνα τηλεγράφημα πού μόλις εἶχε λάβει: οἱ Γερμανοί ἔσφαζαν γιά τρεῖς ἡμέρες τόν πληθυσμό τοῦ Διστόμου, στήν περιοχή τῶν Δελφῶν, καί στή συνέχεια πυρπόλησαν τό χωριό. Πιθανοί ἐπιζῶντες εἶχαν ἀνάγκη ἄμεσης βοήθειας. Τό Δίστομο ἦταν μέσα στά ὅρια τῆς περιοχῆς τήν ὁποία, τήν ἐποχή ἐκείνη, ἤμουν ἁρμόδιος νά τροφοδοτῶ μέ τρόφιμα καί φάρμακα. Ἔδωσα μέ τή σειρά μου τό τηλεγράφημα στήν Κλειώ νά τό διαβάσει, ἐκείνη ἔγνεψε κι ἔτσι, ἀποχωρήσαμε διακριτικά ἀπό τή χαρούμενη γιορτή.

 Περίπου μία ὥρα ἀργότερα, ἤμασταν καθ' ὁδόν μέσα στή νύχτα. Ἀπαιτήθηκε ἀνυπόφορα μεγάλο χρονικό διάστημα ἕως ὅτου διασχίσουμε τούς χαλασμένους δρόμους καί τά πολλά μπλόκα, γιά νά φτάσουμε, χαράματα πιά, στόν κεντρικό δρόμο πού ὁδηγοῦσε στό Δίστομο. Ἀπό τίς ἄκρες τοῦ δρόμου ἀνασηκώνονταν γύπες ἀπό χαμηλό ὕψος, ἀργά καί ἀπρόθυμα, ὅταν μᾶς ἄκουγαν πού πλησιάζαμε. Σέ κάθε δέντρο, κατά μῆκος τοῦ δρόμου καί γιά ἑκατοντάδες μέτρα, κρεμόντουσαν ἀνθρώπινα σώματα, σταθεροποιημένα μέ ξιφολόγχες, κάποια ἐκ τῶν ὁποίων ἦταν ἀκόμη ζωντανά.  Ἦταν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ πού τιμωρήθηκαν μέ αὐτό τόν τρόπο: θεωρήθηκαν ὕποπτοι γιά παροχή βοήθειας στούς ἀντάρτες τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπιτέθηκαν σέ δύναμη τῶν SS.

 Ἡ μυρωδιά ἦταν ἀνυπόφορη. Μέσα στό χωριό σιγόκαιγε ἀκόμη φωτιά στά ἀποκαΐδια τῶν σπιτιῶν. Στό χῶμα κείτονταν διασκορπισμένοι, ἑκατοντάδες ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας, ἀπό ὑπερήλικες ἕως νεογέννητα. Σέ πολλές γυναῖκες εἶχαν σχίσει τή μήτρα μέ τήν ξοφολόγχη καί ἀφαιρέσει τά στήθη, ἄλλες κείτονταν στραγγαλισμένες, μέ τά ἐντόσθια τυλιγμένα γύρω ἀπό τό λαιμό. Φαινόταν σάν νά μήν εἶχε ἐπιζήσει κανείς.

Μά νά!  Ἕνας παππούς στήν ἄκρη τοῦ χωριοῦ! Ἀπό θαῦμα εἶχε καταφέρει νά γλυ­τώσει τή σφαγή.  Ἦταν σοκαρισμένος ἀπό τόν τρόμο, μέ ἄδειο βλέμμα, τά λόγια του πλέον μή κατανοητά. Κατεβήκαμε στή μέση τῆς συμφορᾶς καί φωνάζαμε στά ἑλληνικά: «Ἐρυθρός Σταυρός! Ἐρυθρός Σταυρός! Ἤρθαμε νά βοηθήσουμε».

 Ἀπό μακριά μᾶς πλησίασε διστακτικά μία γυναίκα. Μᾶς ἀφηγήθηκε ὅτι ἕνας μικρός ἀριθμός χωρικῶν πρόλαβε νά διαφύγει, προτοῦ ξεκινήσει ἡ ἐπίθεση. Μαζί μέ ἐκείνη ἀρχίσαμε νά τούς ψάχνουμε. Ἀφοῦ ξεκινήσαμε οἱ τρεῖς μας, διαπιστώσαμε ὅτι ἡ γυναίκα εἶχε πυροβοληθεῖ στό χέρι. Τή χειρουργήσαμε ἀμέσως μέ χειρουργό τήν Κλειώ. Ἦταν τό ταξίδι τοῦ μέλιτός μας».

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(*) Τόσον τό παρόν ὅσον καί τά ἀκολουθοῦντα ἐπίκαιρα ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἁγία Λυδία», τεῦχος 448  Ἰουνίου 2010.


ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
@ ΓΟΕΕ 2011