ΤΕΥΧΟΣ 191
Ἰανούαριος - Φεβρούαριος 2010

ΑΠΑΝΤΩΜΕΝ ΕΝ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΣ
ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΝ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΤΖΑΝΗΝ
ὅστις φέρεται ὡς «Μητροπολίτης Θηβῶν καί Λεβαδείας»
 
Τοῦ Θεολόγου Ἐλευθερίου Χρ. Γκουτζίδη
 
ΜΕΡΟΣ 11ον
ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
 
 (Συνέχεια ἐκ τοῦ τεύχους Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2009 σελ. 511)
 
Ἑπομένως οἱ πέντε, συναθροισθέντες τήν 10.5.1995 εἰς τήν Μητρόπολιν Ἀττικῆς,
α) Δέν ἀποτελοῦν οὔτε Ἱεράν Σύνοδον, οὔτε ἄλλο Κανονικόν ἐκκλησιαστικόν ἼΟργανον, ἀλλά στασιαστικήν, φατριαστικήν καί συνωμοτι­κήν ὁμάδα(1), ἡ ὁποία στασιάζει κατά τῆς Κανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ἤτοι τοῦ ἀρχιεπισκόπου καί τῆς ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλά καί κατ' αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Κανονικῆς Τάξεως. Διά τούς λόγους αὐτούς αἱ ἀποφάσεις των εἶναι παντε­λῶς ἄκυροι καί ἀνυπόστατοι λογίζονται.
β) Συνέπλασαν ψευδές κατηγορητήριον κατά τοῦ Πρώτου, τό ὁποῖον δέν ὑπέβαλον κανονικῶς εἰς τό ἁρμόδιον Κανονικόν ἐκκλησιαστικόν ὄργανον, ἀφοῦ δέν ὑπῆρξεν κἄν καταγγελία, οὔτε παραπομπή τοῦ «κατηγορουμένου», ἀλλά οἱ ἴδιοι, κατά τήν ἰδίαν συνωμοτικήν των συνάθροισιν συνέπλασαν ψευδές κατηγορητήριον, «ἐδίκασαν» καί «κατεδίκασαν» τόν Πρῶτον, καθαρῶς κατά συνωμοτικόν - ληστρικόν, φασιστικόν τρόπον.
γ) Παρέλκει ἑπομένως νά ὑπομνησθῆ καί τό ὅτι δέν ὑπέγραψαν τήν ὑπό τοῦ ΣΤ΄ Κανόνος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου προβλεπομένην Δήλωσιν Ταυτοπαθείας.
δ) Δέν ἔλαβεν γνῶσιν τοῦ κατηγορητηρίου ὁ κατηγορούμενος, δέν ἐκλητεύθη καί δέν ἀπελογήθη.
ε) Κατά τήν ἴδιαν αὐτῶν ὁμολογίαν, οἱ πέντε, ἐκκινοῦν ὡς «ἀρχιερεῖς τῆς ἱερᾶς Συνόδου» καί καταλήγουν «Οἱ Μητροπολῖται τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.»! Δηλαδή βλασφήμως ἀντιποιοῦνται τήν Ἱεράν Σύνοδον, ἐνῶ γελοιοποιοῦν κάθε θεσμόν ἐκκλησιαστικόν.
στ) Ὅλον τοῦτο ἀπετέλεσεν πραγματικήν ἀπόπειραν ἀνατροπῆς τοῦ νομίμου καί Κανονικοῦ ἀρχιεπισκόπου, καταπάτησιν τοῦ ὑψίστου ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ ἤτοι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καί τῆς ὅλης Κανονικῆς Τάξεως(*).
Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, ἡ συγκεκριμένη πρᾶξις τῶν πέντε ἐπισκόπων ἀναμφισβητήτως καί ἐξ ἀντικειμένου, ἐστοιχειοθέτησεν εἰς βάρος των τό τετελεσμένον ἀδίκημα τοῦ στασιασμοῦ κατά τῆς Κανονικῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, τῆς φατρίας, τυρείας καί συνωμοσίας, διά τό ὁποῖον οἱ δράσται τιμωροῦνται μέ Καθαίρεσιν ὑπό τοῦ ιη΄ Κανόνος τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῶν συναφῶν.
Τῆς ἐν λόγω «ἀποφάσεως» τῶν πέντε, ἡ ἱερά Σύνοδος ἔλαβεν γνῶσιν τήν 9.6.1995 (Ν.Η.) μεθ' ὅ τήν 15.6.1995 (ἤ 3.6.1995 Π.Η.) συνῆλθεν Κανονικῶς καί διά Κανονικῆς Πράξεως - Ἀποφάσεως, ἐπέβαλεν αὐτοῖς τήν ποινήν τῆς ἀργίας, ἐνῶ τούς κατέστησεν καί ἐκπτώτους ἐκ τῶν θρόνων των.
 
2. Η ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ. 4/7.6.1995 «ΑΠΟΦΑΣΙΣ - ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ»
 
Τήν 7.6.1995, πάλιν κατά τόν ἴδιον ἀπολύτως τρόπον, συναθροίζονται εἰς τήν Μητρόπολιν Ἀττικῆς καί ἀποφασίζουν τά κάτωθι, ἐγκαινιάζοντες νέου Πρωτοκόλλου.
α) Ἀποκαλοῦν τήν φατριαστικήν των ὁμάδα «Ἱεράν Σύνοδον», ἀντιποιοῦνται τήν Κανονικήν Ἱεράν Σύνοδον καί ἀποκαλοῦν τό κίνημά των «Ἐκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ.».
β) Ἐγκρίνουν καί ἐπικυρώνουν, «ἀναδρομικῶς», τήν προηγουμένην ἀπόφασίν των 95/10.5.1995, τήν ὁποίαν ἀπεγνωσμένως σπεύδουν νά τήν χαρακτηρίσουν ὡς «Συνοδικήν, Νόμιμον καί Κανονικήν».
γ) Κηρύσσουν «ἐκπτώτους ἐκ τῶν ἐπισκοπικῶν των θρόνων τούς δύο πραξικοπηματίας Ἀρχιερεῖς Πειραιῶς κ. Νικόλαον καί Ἀργολίδος κ. Παχώμιον καί ἐπιβάλλουν εἰς αὐτούς τήν ποινήν τῆς ἐπ' ἀόριστον ἀργίας...».
δ) ἐπιβάλλουν τήν ποινήν τῆς ἀργίας εἰς ἄλλους 6 κληρικούς καί τήν ποινήν τοῦ ἀφορισμοῦ σέ μοναχούς, λαϊκούς κ.λπ.
Ἀπό κανονικῆς ἀπόψεως, ἡ ἀνωτέρω «ἀπόφασις ἀνακοίνωσις» τῶν πέντε ἐπισκόπων ὑπερβάλλει εἰς ἀντικανονικότητα τήν πρώτη, διότι τήν νέαν αὐτήν συνάθροισίν των ὀνομάζουν «ἱεράν Σύνοδον»! Διά τούς ἔχοντας στοιχειώδη ἐκκλησιαστικήν συνείδησιν καί εἰδικῶς συνείδησιν τοῦ ὑψίστου Συνοδικοῦ Θεσμοῦ τῆς ἐκκλησίας, ποτέ μιά ὁμάδα φατριαζόντων ἐπισκόπων, ὅσον μεγάλη καί ἄν εἶναι ἀριθμητικῶς, δέν ἐξελίσ­σεται εἰς «Ἱεράν Σύνοδον», οὔτε ἕν σχισματοαιρετικόν κίνημα εἰς ἐκκλησίαν, ἀλλά ἐς ἀεί παραμένει μόνον μία τοιαύτη κοινότητα, παρασυναγω­γή, ἡ ὁποία ἀντισυνάγει ἐν τῶ πονηρῶ.
Ἐπί τούτοις, τό γεγονός ὅτι καί κατά τήν δευτέραν ταύτην συνάθροισίν των οἱ πέντε ἐπίσκοποι:
α) Ὁρίζουν ὡς ἕδρα τῆς «Ἐκκλησίας» των καί τῆς «Ἱερᾶς Συνόδου» των τήν Μάνδρα Ἀττικῆς, ὁδός Αἰσχύλου 19, Τ.Κ. 196 66.
β) Ἀνοίγουν νέον πρωτόκολλον καί ἐκδίδουν νέαν σφραγίδα.
Πιστοποιεῖ καί βεβαιοῖ ἐπισήμως τήν ὑπό τῶν πέντε ἐπισκόπων ἵδρυσιν σχισματικῆς θρησκευτικῆς κοινωνίας, παρασυναγωγῆς, ἡ ὁποία δέν ἔχει σχέσιν μέ τήν Κανονικήν Ἐκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ. Τά ἀνωτέρω ὁμοῦ στοιχειοθετοῦν τό μέγιστον κατά τῆς ἐκκλησίας ἀδίκημα τοῦ σχίσματος. ἐν προκειμένω παρεβίασαν τούς ἱερούς Κανόνας ιδ΄, ιθ΄ καί κ΄τῆς ἀντιοχείας, οστ΄ τῆς Καρθαγένης, ιθ΄ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί η΄ τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἴτινες ὁρίζουν τά τῆς συγκλήσεως τῆς Κανονικῆς Συνόδου, ἤτοι δίδουν τό δικαίωμα εἰς τόν πρῶτον νά συγκαλῆ κανονικῶς τήν Σύνοδον. Κατά τόν στ΄ δέ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δέν εἶναι ἁπλῶς ἀπαραίτητος ἡ παρουσία τοῦ πρώτου εἰς τήν Σύνοδον ἀλλά προϋποθέτει καί τήν σύμφωνον γνώμην του. Τοῦτο γίνεται σαφέστερον ἀπό τήν διατύπωσι τοῦ λδ΄ Ἀποστολικοῦ.
Καί μέ τήν δευτέραν αὐτήν ὁμαδικήν συνεδρίασίν των, οἱ πέντε ἐπίσκοποι, δέν ἀποτελοῦν καμμίαν μορφήν ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου, ἐνῶ καταπατοῦν καί στραγγαλίζουν κάθε ἔννοιαν Κανονικῆς τάξεως καί Δικαίου ἐν τῆ ἐκκλησία.
Τό ἀδίκημα ὅμως τοῦ σχίσματος κολάζεται μέ τήν ποινήν τῆς καθαιρέσεως διά τούς Κληρικούς καί τοῦ μεγάλου ἀφορισμοῦ (ἀναθέματος) διά τούς Λαϊκούς. Πρέπει νά τονίσωμεν ὅτι ἐν προκειμένω, ὅσον ἀφορᾶ τούς πέντε, ἡ πρᾶξις τῆς καθαιρέσεως δέν ἔχει πλέον διαγνωστικόν χαρακτῆρα ἀλλά διαπιστωτικόν καί σκοπόν καθαρά ποιμαντικόν. Ἰδιαιτέρως σαφής ἐν προκειμένω εἶναι ὁ ιδ΄ κανών τῆς Πρωτο­δευτέρας Συνόδου, κατά τόν ὁποῖον, ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος θά διακόψη τήν κανονικήν πνευματικήν κοινωνίαν ἀπό τόν οἰκεῖο Μητροπολίτη (καί ἄν ἀκόμη ὁ μητροπολίτης τελεῖ ὑπό κατηγορίαν) πρίν αὐτός δικασθῆ, θεωρεῖται καθηρημένος, ὡς διαπράξας τό Κανονικόν ἀδίκημα τοῦ σχίσματος: «Εἴ τις ἐπίσκοπος ἐγκλήματος πρόφασιν ποιούμενος τοῦ οἰκείου μητροπολίτου, πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἀποστήσει ἑαυτόν τῆς πρός αὐτόν κοινωνίας καί μή ἀναφέρει τό ὄνομα αὐτοῦ κατά τό εἰθισμένον ἐν τῆ θεία μυσταγωγία, τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος καθηρημένον εἶναι, εἰ μόνον ἀποστάς τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου, σχῖσμα ποιήσοι. δεῖ γάρ ἕκαστον τά οἰκεῖα μέτρα γινώσκειν, καί μήτε τόν Πρεσβύτερον καταφρονεῖν τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, μήτε ἐπισκόπου τοῦ ἰδίου Μητροπολίτου».
Ἐν προκειμένω δέν πρόκειται ἁπλῶς περί ἑνός ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἀντικανονικῶς διέκοψεν τό μνημόσυνον, δέν πρόκειται περί ἁπλῆς διακοπῆς μνημοσύνου, ἀλλά περί συνειδητῆς καί ὠργανωμένης ἀντεκκλησιαστικῆς ὁμάδος, ἡ ὁποία ἐκ προθέσεως καί ἐκ προμελέτης καί βάσει σχεδίου, διασαλεύει τήν Κανονικήν ἐκκλησιαστικήν τάξιν, ἀποστατεῖ ἀπό τῆς νομίμου καί Κανονικῆς ἀρχῆς, ἤτοι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, στασιάζει κατ' Αὐτῆς, καί αὐτονομάζεται «Ἱερά Σύνοδος» καί «Ἐκκλησία». Κατόπιν τούτων μόνον ὡς συνέδριον «ἀποστασίας» χαρακτηρίζεται ἡ συγκεκριμένη συνάθροισις τῶν πέντε, κατά δέ τόν α΄ κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρέπει νά τιμωρηθοῦν μέ καθαίρεσιν: «... εἴ τις Μητροπολίτης τῆς ἐπαρχίας ἀποστατήσας τῆς ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου προσετέθη τῶ τῆς ἀποστασίας συνεδρίω ἤ μετά τοῦτο προστεθείη... πάσης ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἐντεῦθεν ἤδη ἀπό τῆς Συνόδου ἐκβεβηλεμένος καί ἀνενέργητος ὑπάρχων. ἀλλά καί αὐτοῖς τοῖς τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόποις, καί τοῖς πέριξ Μητροπολίταις τοῖς τά τῆς Ὀρθοδοξίας φρονοῦσι ὑποκείσεται, εἰς τό πάντη, καί τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπισκοπῆς ἐκβληθῆναι» (α΄ κανών τῆς Γ΄Οἰκουμ. Συνόδου).
Περιττόν νά σημειωθῆ ὅτι ὅσα περί τῶν μελῶν τῆς Κανονικῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθώς καί περί Κληρικῶν, Μοναχῶν καί Λαϊκῶν «ἀπεφάσισεν» τό συνέδριον τοῦτο τῆς ἀποστασίας, εἶναι παντελῶς ἄκυρα καί ὡς ἀνυπόστατα λογίζονται.
 
3) Η ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 10/25.6.1995/8.7.1995 «ΑΠΟΦΑΣΙΣ»
 
Μέ τήν νεωτέρα αὐτή πρᾶξι των Πρ. ὑπ' ἀριθμ. 10/25.6/8.7.1995, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται ὡς «ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου», οἱ πέντε ἀρχιερεῖς προέβησαν εἰς «καθαίρεσιν» τῶν Κανονικῶν καί Ὀρθοδόξων Ἀρχιερέων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἐκκλησίας, ἀλλά «καθήρεσαν» καί αὐτούς πού θά χειροτονηθοῦν εἰς τό μέλλον (!) ἐνῶ «ἀναθεμάτισαν» μοναχούς καί λαϊκούς μέ τήν κατηγορία τοῦ «αἱρετικοῦ» καί «εἰκονομάχου».
Ἀπό κανονικῆς ἀπόψεως καί ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, οἱ πέντε καί πάλιν δέν συγκροτοῦν κανένα ἀπολύτως ἐκκλησιαστικόν ὄργανον. Εἶναι ἡ ἰδία ἡ στασιαστική, συνωμοτική καί σχισματική ἀντιεκκλησιαστική ὁμάδα ἐπισκόπων, ἡ ὁποία τήν 10.5.1995 στασιάζει, φατριάζει, τυρεύει καί συνωμοτεῖ διασαλεύουσα τήν ἐκκλησιαστικήν Κανονικήν Τάξιν καί τήν ἑνότητα. Εἶναι ἡ ἰδία, ἡ ὁποία τήν 7.6.1995 αὐτοαποκαλεῖται «Ἱερά Σύνοδος», ἀντιποιεῖται τήν Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. καί στοιχειοθετεῖ ἐξ ἀντικειμένου τό μέγιστον κατά τῆς ἐκκλησίας ἀδίκημα τοῦ σχίσματος. Καί ἡ ἐν λόγω «ἀπόφασις», ὡς μή προερχομένη ἐξ ἐγκύρου καί κανονικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου, δέν παράγει οὐδέν ἔννομον καί κανονικόν καί ἑπομένως οὐσιαστικόν ἀποτέλεσμα διά τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν (τῶν Γ.Ο.Χ.). Περιττόν νά σημειωθῆ ὅτι καί ἄν ἀκόμη ἡ ἐν λόγω ἀπόφασις προήρχετο ἀπό Κανονικόν ἐκκλησιαστικόν ὄργανον, αὕτη καί πάλιν θά ἦτο παντελῶς ἄκυρος, διότι καμμιά ἀπολύτως Κανονική διαδικασία δέν ἐφηρμόσθη, ἐνῶ κατελύθη κάθε ἔννοια Κανονικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου(1).

Κατόπιν ὅλων αὐτῶν
 
Προκύπτει ὅτι οἱ πέντε ἐνσυνειδήτως ἐνήργησαν καί ἔπληξαν τήν Κανονικήν Τάξιν καί τήν ἑνότητα τῆς ἐκκλησίας πρός μεγίστην ἱκανοποίησιν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, τάς ὁποίας ἀποκλειστικῶς ὠφέλησεν τό σχῖσμα των.
Τό σχῖσμα εἰς βάρος τοῦ σώματος τῆς ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τήν πρώτην καί μείζονα βλασφημίαν κατά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Τό σχῖσμα δέν εἶναι μόνον παράβασις Κανονική, δέν ἀποτελεῖ μόνο πλῆγμα εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀρνεῖται καί προσβάλλει ὅλην τήν θείαν Οἰκονομίαν, ἡ ὁποία διά τῆς Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, συντελεῖται ὑπό τοῦ Χριστοῦ ἐν Αὐτῆ διά τῶν οἰκονόμων τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, οἴτινες εἶναι οἱ Κανονικοί, Ὀρθόδοξοι καί Γνήσιοι διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἐπίσκοποι καί Πρεσβύτεροι. Τό σχῖσμα τῶν πέντε ἔχει Χριστολογικήν καί Σωτηριολογικήν προέκτασιν, καί εὐθέως ἐκκλησιολογικήν, διότι οἱ σχιζόμενοι, οὐσιαστικά ἀρνοῦνται τήν ὑπακοήν, ἑνότητα καί κοινωνίαν μετά τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Κεφαλῆς της, ἡ ὁποία εἶναι ὁ Χριστός. Οὕτω ἡ σωτηρία καί λύτρωσις, ἡ ὁποία συντελεῖται μόνον διά τῆς ὀργανικῆς ἑνότητος μετά τοῦ ἑνός καί ἀδιαιρέτου Σώματος τῆς ἐκκλησίας καί τῆς συμμετοχῆς εἰς τήν ζωήν καί Κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀπώλυται εἰς τούς σχισματικούς, ἐνῶ διά τοῦ ἰδίου τοῦ σχίσματος, βλασφημεῖται ἡ ἐκκλησία! Οἱ ἀρχηγοί τῶν σχισματικῶν δέν ἀποστεροῦν μόνον τόν ἑαυτόν των αὐτῆς τῆς κοινωνίας, ἀλλά καί ὅσους παρασύρουν εἰς τό σχῖσμα των. Τό σχῖσμα ἐν ἐσχάτη ἀναλύσει ἀποτελεῖ ἄρνησιν τοῦ Χριστοῦ καί ὅλης τῆς θείας Οἰκονομίας. Εἶναι συγκεκριμένη μορφή ἀντιχρίστου ἔργου, ἐξερχόμενον τῶν ὁρίων ἑνός ἁπλοῦ Κανονικοῦ ἀδικήματος.
 
(Συνεχίζεται)
 
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1)  Ἤδη οἱ πέντε ἐνεργοῦν ὡς ὁμάδα, φατριάζοντες ἐμφανῶς, τουλάχιστον ἀπό τό 1993 ὅτε 1) ὁμαδικῶς ἤρξαντο μή ὑπογράφοντες τά πρακτικά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, 2) συνεδριάζουν ὡς ὁμάδα καί συντάσσουν καί ἀποστέλλουν ἔγγραφα ὡς τήν ἀπό 14.7.1994 «Διευκρίνισιν». 3) Ἠρνήθησαν τήν 25.1.1994, ὁ τότε Μεσσηνίας Γρηγόριος, καί τήν 11.1.1995 ὁ τότε Φθιώτιδος Θεοδόσιος, τήν μετά τῶν Κληρικῶν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου συλλειτουργίαν. 4) Δέν προσῆλθον ὁμαδικῶς εἰς τό Συνοδικόν Συλλείτουργον 21.4.1994 κ.λπ.  
(*) Σημ. «Ο.Π.»: Μείζονα καί χειρότερα διέπραξεν ὁ ψευδοαρχιεπίσκοπος κ. Νικόλαος μετά τῆς δεινῆς σχισματοαιρετικῆς του ὁμάδος τῶν ψευδεπισκόπων.  
(1) Ὁρᾶτε: Σεβ/του Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κηρύκου «ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ πρός τούς πέντε ἐκπεσόντας Ἀρχιερεῖς» Β΄ ἔκδοσις Ἀθῆναι 1997.

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
@ ΓΟΕΕ 2010