ΤΕΥΧΟΣ 189
Σεπτέμβριος - Ὀκτώβριος 2009
ΞΕΝΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Ο ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΥ


Ἐκ τοῦ «Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ Περιοδικοῦ «Ο ΣΩΤΗΡ», ὄργανον τῆς Ὁμωνύμου Ἀδελφότητος Θεολόγων» (Ἀριθ. 1985/15.9.2009 Α΄ Μέρος καί 1986/1.10.09 Β΄ Μέρος. Τό κείμενον σχολιάζει ὁ Διευθυντής τῆς «Ὀρθοδόξου Πνοῆς» Ἐλευθέριος Γκουτζίδης.


Ἡ «Ἐπιστημονική Ἡμερίδα» μέ θέμα «Ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου καί Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας», πού ὀργάνωσε ὁ Τομέας Δογματικῆς Θεολογίας (τοῦ Τμήματος Θεολογίας) τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. στίς 20.5.2009 στήν αἴθουσα τελετῶν τοῦ ἐν λόγω Πανεπιστημίου, ἀπεκάλυψε «πολλῶν καρδιῶν διαλογισμούς». Καί ἀπό αὐτῆς τῆς πλευρᾶς ἡ Ἡμερίδα ἔκανε καλό. Θά ἐρωτήσει ὅμως ὁ ἀναγνώστης: Τί ἀκριβῶς ἀπεκάλυψε;

1. Διαπιστώσαμε τή θλιβερή ἄμβλυνση τοῦ δογματικοῦ αἰσθητηρίου ὁρισμένων Ὀρθοδόξων Καθηγητῶν, καί μάλιστα τῆς Δογματικῆς! Ἀπορήσαμε γιά τίς ἰδέες καί τίς τοποθετήσεις τους στά θέματα τοῦ Διαλόγου, τίς ὁποῖες οἱ ἴδιοι θεωροῦν Ὀρθόδοξες! Ἑνός Διαλόγου πού, ἀντί νά ἀποβλέπει στήν ἐπαναφορά τῶν ἑτεροδόξων στήν ἀλήθεια, ἐκτρέπεται ὁλοένα καί περισσότερο σέ ἐπικίνδυνες ἀτραπούς·(1) ἐκτός τῆς ἀληθείας πιστοποιώντας ἔτσι αὐτό πού εἶπε ὁ Ἁγιορείτης Γέροντας π. Παΐσιος: «Γιά ἀλλοῦ ξεκινήσαμε καί ἀλλοῦ πηγαίνουμε, ὅταν δέν ἀκολουθοῦμε τά χνάρια τῶν Ἁγίων Πατέρων».
Ἀκούσαμε Ὀρθόδοξο Πανεπιστημιακό Καθηγητή τῆς Θεολογίας νά λέγει κατά λέξη ἀπό τοῦ βήματος τῆς «Ἐπιστημονικῆς Ἡμερίδος» ὅτι «μόνη διαφορά μας» μέ τούς Παπικούς «εἶναι τό πρωτεῖο» τοῦ Πάπα!.. Ἐνῶ καί αὐτός ἀκόμη ὁ πρωτοετής φοιτητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς γνωρίζει ὅτι οἱ Παπικοί δέν ἔχουν κοινή μέ μᾶς ἀποστολική πίστη· ὅτι οἱ διαφορές μας μέ τούς Παπικούς εἶναι τεράστιες καί θεμελιώδεις. Τέτοιες εἶναι ἡ ἐκ μέρους τους αὐθαίρετη προσθήκη τοῦ Φιλιοqωε (: καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ) στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἡ ὁποία προσθήκη ἔχει ἐπισφραγισθεῖ ἀπό Παπικές «Οἰκουμενικές» Συνόδους· τό περί ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Θεοτόκου δόγμα τοῦ Παπισμοῦ· τό ἀλάθητο τοῦ Πάπα· τά περί κτιστοῦ χαρακτήρα τῆς ἄκτιστης χάριτος· τά περί καθαρτηρίου πυρός κ.λπ.(2).
2. Ἀπό τήν εἰσήγηση τοῦ Καρδιναλίου Wαλτερ Κασπερ (Βάλτερ Κάσπερ) μέ τίτλο «Ὁ ἀπ. Παῦλος καί οἱ οἰκουμενικές προκλήσεις γιά τήν Ἐκκλησία σήμερα», δέν ἔλειπαν οἱ σαφεῖς ὑπαινιγμοί γιά τό «πρωτεῖο τοῦ Πάπα», τό ὁποῖο μπορεῖ μέν σήμερα νά ἄρχισε νά συζητεῖται ἀπό τούς Παπικούς, ἀλλ' ὁ Παπισμός δέν πρόκειται ποτέ νά τό ἀρνηθεῖ, διότι τό ἑρμηνεύει κατά τόν δικό του δικανικό τρόπο. Πέραν τοῦ ὅτι αὐτό, ὅπως τό ἑρμηνεύουν οἱ Παπικοί, ἀποτελεῖ γι' αὐτούς δόγμα (στηριζόμενο σαφῶς στίς ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις)· καί μάλιστα δόγμα τῆς Α΄ Βατικανικῆς Συνόδου, τήν ὁποία οἱ Παπικοί θεωροῦν Οἰκουμενική·(3). Ἑπομένως δέν ὑπάρχουν περιθώρια ἄλλης, νέας ἑρμηνείας ἐκ μέρους τους.
3. Ἀκούσαμε στήν «Ἐπιστημονική Ἡμερίδα» ἀπό στόμα Ὀρθοδόξου Καθηγητοῦ ὅτι τό παπικό πρωτεῖο ἐξουσίας θά κριθεῖ στό μέλλον, ἐννοώντας στήν προσεχή διάσκεψη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν πού θά γίνει τόν Ὀκτώβριο στήν Κύπρο, ὅπου θά συζητηθεῖ ἡ ἔννοια τοῦ παπικοῦ πρωτείου. Ἄλλωστε καί στό κείμενο τῆς Ραβέννας ἀναφέρεται ὅτι τοῦτο «ἀναμένεται νά μελετηθεῖ εἰς μεγαλύτερον βάθος» (παράγρ. 45). Ἐπειδή ὅμως οἱ Παπικοί εἶναι, ὅπως ἤδη τονίσαμε, ἀνένδοτοι στό ζήτημα αὐτό, ὑπάρχει διάχυτος ὁ φόβος στό Ὀρθόδοξο πλήρωμα ὅτι οἱ ἡμέτεροι, διαλλακτικότατοι καί ἀνεπίτρεπτα ὑποχωρητικοί, ὅπως δεικνύει ἡ μέχρι τοῦδε στάση τους στήν πορεία τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, νά προσπαθήσουν, ὅπως ἀφέθηκε νά ἐννοηθεῖ ἀπό κάποιες συζητήσεις, νά ἑρμηνεύσουν τό ἐπάρατο παπικό πρωτεῖο… ὀρθοδόξως! Ὅπως προσπαθοῦν νά ἑρμηνεύσουν ὀρθοδόξως καί τήν αὐθαίρετη κακοδοξία τοῦ Φιλιοqωε. Ὁπότε δέν ἀποκλείεται νά ξυπνήσουμε·(4) μίαν ἡμέραν «βαπτισμένοι» ἀπό τά μέλη τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιά τόν Θεολογικό Διάλογο ὡς Οὐνίτες χωρίς νά τό ἀντιληφθοῦμε!..
4. Ὁ Καρδινάλιος Κάσπερ στήν εἰσήγησή του ἀναφέρθηκε σαφῶς μέ διπλωματική πάντα γλῶσσα καί ὁρολογία στό «ὑπό συζήτηση», ὅπως εἶπε, «ἐρώτημα: Ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στήν παγκόσμια ἐκκλησία κατά τήν πρώτη χιλιετία». Ἐτόνισε ὅμως ὅτι «ἡ ἐπιστροφή στήν πρώτη χιλιετία δέν εἶναι τόσο ἁπλή». Διότι, ὅπως παραδέχθηκε, «ἤδη κατά τήν πρώτη χιλιετία ὑπῆρξαν σέ Ἀνατολή καί Δύση διαφορετικές ἐξελίξεις. Στή Δύση ὑπῆρξε πρακτικά ἤδη στά χρόνια τοῦ Λέοντος τοῦ Μεγάλου τόν 5ο αἰ. ἡ σημερινή ἀντίληψη γιά τό πρωτεῖο τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης. Ὡστόσο, στούς Ἀνατολικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν βρίσκει κανείς κάτι σχετικό ἤ το συναντᾶ μόνο σέ κάποιες περιστασιακές ἀναφορές», ἐπεσήμανε ὁ Καρδινάλιος. Ὅμως ἡ πλήρης ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε κατά τήν πρώτη χιλιετία ἀνεγνώρισε τόν ἐπίσκοπο Ρώμης αὐθεντία σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Γι' αὐτήν ὑπέρτατη αὐθεντία ὑπῆρξαν πάντοτε οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Ἑπομένως, προσθέτουμε ἐμεῖς, ἡ ἐπιστροφή στήν πρώτη χιλιετία εἶναι μιά πολύ ἁπλή κίνηση. Δύσκολη τήν κάνει ἡ «παπική ὀφρύς», γιά τήν ὁποία μιλοῦσε μέ πόνο ὁ Μέγας Βασίλειος στίς ἡμέρες του.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἀπό τίς 13 σελίδες τοῦ κειμένου τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Παπικοῦ Κάσπερ οἱ πέντε, δηλαδή σχεδόν τό 1/2, ἀσχολοῦνται μέ τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα, ἐνδεικτικό καί αὐτό τῆς ἐπιμονῆς τοῦ Παπισμοῦ στό θέμα τοῦτο.
5. Στήν ὁμιλία του ὁ Καρδινάλιος Κάσπερ παρετήρησε: «Εἶναι εὐχάριστο ὅτι στό μεταξύ καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί ὁ πάπας Βενέδικτος 16ος ἐκφράστηκαν δημοσίως ἀναγνωρίζοντας τό ἔγγραφο τῆς Ραβέννας». Ἀλλά τό κείμενο τῆς Ραβέννας (13.10.2007) εἶναι ἀπαράδεκτο ἀπό πλευρᾶς ὀρθοδόξου, ἀφοῦ πάσχει σοβαρά σέ πάρα πολλά σημεῖα, ὅπως ἀπέδειξε στήν ἐπιστημονική, ὑπεύθυνη, σοβαρή καί μέ ὀρθόδοξα θεολογικά ἐπιχειρήματα εἰσήγησή του κατά τήν ἐν λόγω «Ἐπιστημονική Ἡμερίδα» ὁ Τακτικός Καθηγητής τῆς Δογματικῆς κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, ἀναπτύσσοντας τό θέμα «Ὀρθόδοξοι προβληματισμοί μέ ἀφορμή τό κείμενο τῆς Ραβέννας».
Στά συμπεράσματά του ὁ κ. Τσελεγγίδης ὑπεγράμμισε: «Στό κοινό κείμενο (Σ.Σ. τῆς Ραβέννας) ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ἐπεκτείνεται καί ἐφαρμόζεται ἀνεπίτρεπτα καί στούς ἑτεροδόξους·(5). Αὐτό γίνεται ἀπροϋπόθετα, χωρίς δηλαδή νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψιν οἱ ὑφιστάμενες δογματικές διαφορές, πράγμα πού νομιμοποιεῖ ἐκκλησιολογικά τήν ἑτεροδοξία καί τήν ἐξισώνει μέ τήν Ὀρθοδοξία. Ὁ ἐκκλησιολογικός αὐτός νεωτερισμός», ἐπεσήμανε ὁ ὁμολογητής·(6) ὁμιλητής, «διαποτίζει ὅλο τό κοινό Κείμενο (Σ.Σ. τῆς Ραβέννας) καί ἐκβάλλει σέ ἐπιμέρους ἐκκλησιολογικές παραδοξότητες·(6), οἱ ὁποῖες ἀλλοιώνουν τήν ἕως τώρα αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας». Ὀρθότατα. Ἄλλωστε, προσθέτουμε ἐμεῖς, εἶναι καθαρά βλασφημία νά θεωροῦμε καί νά ὀνομάζουμε τούς ἑτεροδόξους «ἐκκλησία»·(6).
6. Στήν «Ἐπιστημονική Ἡμερίδα» ὅλοι οἱ εἰσηγητές Ὀρθόδοξοι καί Παπικοί πλήν τοῦ Καθηγητοῦ κ. Δημ. Τσελεγγίδη καί τοῦ Καθηγητοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κογκούλη, Κοσμήτορα τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ., μιλοῦσαν γιά «ἀδελφές ἐκκλησίες»·(6α). Εἶναι δέ πρός τιμήν τοῦ κ. Κογκούλη τό ὅτι κατά τήν προσφώνησή του στήν «Ἡμερίδα» «ἐτόνισε ὅτι τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρέπει νά τήν ὀνομάζουμε «Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία», διότι αὐτό εἶναι τό σωστό ὄνομά της. Ὀρθῶς· διότι ὁ Παπισμός, ἐφ' ὅσον βρίσκεται στήν αἴρεση, δέν μπορεῖ νά θεωρεῖται «Ἐκκλησία» καί μάλιστα «Καθολική»!·(6).
Αὐτά τόνισε μέ θεολογική ὁρολογία καί ὁ κ. Δημ. Τσελεγγίδης στόν ἐπίλογο τῆς εἰσηγήσεώς του λέγοντας: «Τό κοινό κείμενο (Σ.Σ. τῆς Ραβέννας) φαίνεται νά προϋποθέτει σαφῶς ὅτι Ὀρθόδοξοι καί Ρωμαιοκαθολικοί ἀνήκουν στή «Μία Ἐκκλησία» καί ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἔχουν κοινή μέ μᾶς (Σ.Σ. τούς Ὀρθοδόξους) ἀποστολική πίστη, παρά τήν ταύτιση οὐσίας καί ἐνεργείας στό Θεό, παρά τό Φιλιοqωε, παρά τήν ἐσφαλμένη δογματική διδασκαλία τους γιά τόν κτιστό χαρακτήρα τῆς ἄκτιστης καί θεοποιοῦ Χάριτος. Ὅλα τά παραπάνω, στά ὁποῖα παραμένουν σταθερά μέχρι σήμερα οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀκυρώνουν στήν πράξη τόν χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας ὡς «κοινωνίας θεώσεως», μέ τήν ὀντολογική σημασία τοῦ ὅρου, (τήν) πραγματική δηλαδή καί ὄχι συμβολική μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στή θεία ζωή. Ἀκυρώνουν ὅμως ταυτόχρονα καί τόν οὐσιαστικό χαρακτήρα τῶν μυστηρίων της»·(7).
Ἐπί πλέον ὁ κ. Τσελεγγίδης, κρίνοντας τήν παράγρ. 32 τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας ἐν συνδυασμῶ μέ τήν ὑποσημείωση 1 τῆς παράγρ. 4 τοῦ ἰδίου κειμένου, «βλέπει ὅτι στήν πραγματικότητα τό ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα χάσμα ἀνάμεσα στίς δύο πλευρές (Σ.Σ. Ὀρθοδόξους καί Παπικούς) εἶναι πρός τό παρόν ἀγεφύρωτο. Καί αὐτό ὀφείλεται», κατά τή γνώμη τοῦ κ. Καθηγητοῦ, «στήν ἐσφαλμένη μέθοδο τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, στήν υἱοθέτηση δηλαδή τοῦ «ἐπί ἴσοις ὅροις» διαλόγου μέ παροῦσες τίς διαφορές στό δόγμα»·(8). Σωστόν ἀλλά δέν λέγει ὅλη τήν ἀλήθειαν.
Β΄
7. Τό ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καί ὁ Πάπας Βενέδικτος 16ος «ἐκφράστηκαν δημοσίως ἀναγνωρίζοντας τό κείμενο τῆς Ραβέννας», ὅπως εἶπε ὁ Βάλτερ Κάσπερ, δέν ἔχει οὐσιαστική σημασία γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Διότι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δέν εἶναι Οἰκουμενική Σύνοδος(8). Ἐπί πλέον μέχρι σήμερα δέν εἴδαμε κανένα ἐπίσημο γραπτό κείμενο προερχόμενο ἀπό τίς Συνόδους τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πού νά ἐκφράζει ἀποδοχή τοῦ κατ' ἐξοχήν προβληματικοῦ καί κατά συνέπειαν ἀπαράδεκτου κειμένου τῆς Ραβέννας· ἑνός κειμένου γιά τό ὁποῖο ἀκούστηκαν πληθωρικοί ἔπαινοι ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Καθηγητές τῆς «Ἐπιστημονικῆς Ἡμερίδας», προφανῶς γιά νά μᾶς πείσουν γιά τήν ἀξία του!.. Πέραν αὐτῶν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στή Ραβέννα δέν ὑπέγραψαν τό κείμενο αὐτό, ἀφοῦ εἶχαν ἤδη ἀποχωρήσει ἀπό τή Ραβέννα!
Ἐπί τῆ εὐκαιρία σημειώνουμε καί τοῦτο: Τά διαφημιζόμενα κοινά κείμενα τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἀπό τό 1980 (τοῦ Μονάχου 1982, τοῦ Μπάρι 1987, τοῦ Νέου Βάλαμο 1988, τῆς Ραβέννας 2007) μέχρι σήμερα δέν εἶναι πλήρως ἀποδεκτά ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκλκησία. Οἱ τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δέν τοποθετήθηκαν ἐπίσημα στά κοινά αὐτά κείμενα. Ἐπί πλέον στήν Ζ΄ Γεν. Συνέλευση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς στό Βαλαμανδ τοῦ Λιβάνου (1993) μόνο 9 Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἦταν παροῦσες!..
8. Θέλαμε νά ρωτήσουμε τούς διοργανωτές τῆς «Ἐπιστημονικῆς Ἡμερίδας»: Ποιά θέση εἶχε στήν ἡμερίδα ὁ Οὐνίτης «ἐπίσκοπος» Δημήτριος Σαλάχας, τόν ὁποῖο ἀνέγραψαν στό πρόγραμμα ὡς «Καθολικό Ἐπίσκοπο Καρκαβίας»; Ὁ Πρόεδρος τῆς ἡμερίδας παρουσιάζοντάς τον ἀπέφυγε νά τόν ἀποκαλέσει «Οὐνίτη», ἀλλά τό ἀκροατήριο μέ τήν εὐαισθησία πού τό διέκρινε, τόν ἀνάγκασε τελικά νά τόν ὀνομάσει Οὐνίτη.
Ἀγνοοῦν οἱ διοργανωτές τῆς ἡμερίδας τό ρόλο τοῦ «ἐπισκόπου» αὐτοῦ στή χώρα μας; Ἀγνοοῦν τήν ὕπουλη καί ὑπό τίς εὐλογίες τοῦ Πάπα διαβρωτική δράση τῶν Οὐνιτῶν μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων τῆς Ἀνατολῆς; Ἀγνοοῦν αὐτό πού ὁμολόγησε ὁ Βάλτερ Κάσπερ στήν εἰσήγησή του, ὅτι «ἡ πτώση τοῦ τείχους τοῦ Βερολίνου καί ἡ κατάρρευση τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης (1989/90) δέν διευκόλυναν τούς (θεολογικούς) διαλόγους, ἀλλ' ἔφεραν στό προσκήνιο τό παλιό πρόβλημα τῆς Οὐνίας»; Ἀγνοοῦν ὅτι ἡ Οὐνία εἶναι πρόβλημα καί γιά τούς Παπικούς, παρόλον ὅτι διευκολύνει τούς σκοπούς τους;·(9).
Συζητήσαμε τό πρόβλημα τοῦ Δουρείου Ἵππου τῆς Οὐνίας καί τό λύσαμε; Ποῦ; Πότε; Γιατί λοιπόν τήν ἀποδεχόμαστε ὡς ἐνεργό μέλος τῶν θεολογικῶν διαλόγων Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν; Τί ἔχει νά προσφέρει μιά κατάφωρα νόθος καί ἐρμαφρόδιτη ὁμάδα καιροσκόπων, πού προβάλλει θρασύτατα καί ὡς… ἐκκλησία; Ἄλλωστε τό κείμενο πού ὑπέγραψε ἡ Μικτή Θεολογική Ἐπιτροπή γιά τήν Οὐνία στό Μπάλαμαντ (Βαλαμανδ) τοῦ Λιβάνου εἶναι προβληματικό καί γι' αὐτό ὄχι ἀποδεκτό ἀπό τήν πλειοψηφία τῶν Ὀρθοδόξων. Καί λησμονήσαμε ὅτι στήν Η΄ Γεν. Συνέλευση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς στή Βαλτιμόρη τῶν ΗΠΑ (2000) ἐξ ἀφορμῆς τῆς Οὐνίας ὁ Διάλογος ὁδηγήθηκε τελικά σέ ναυάγιο; Τόσο πολύ μάλιστα, ὥστε θά πρέπει ν' ἀρχίσουμε πάλι ἀπό μηδενική βάση προκειμένου ν' ἀντιμετωπίσουμε τό ἀκανθῶδες αὐτό θέμα·(10).
9. Τονίσθηκε ἀπό τόν Καρδινάλιο Κάσπερ καί ἀπό Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο — Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ὅτι πρέπει «νά κάνουμε κατήχηση στό λαό», πράγμα τό ὁποῖο οἱ Παπικοί τό κάνουν διά τῶν «ἐπισκόπων» τους. Τό πῶς τό κάνουν καί τί κάνουν οἱ Παπικοί δέν τό γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι οἱ ἡμέτεροι ἀφήνουν τό λαό μας ἀπληροφόρητο γιά τά ὅσα λέγονται, γίνονται ἤ ἀποδέχονται οἱ Ὀρθόδοξοι πού συμμετέχουν στούς διαλόγους. Εἶναι δέ γνωστό στό Ὀρθόδοξο πλήρωμα ὅτι οἱ ἐκπρόσωποί μας στούς Διαλόγους προέρχονται κατά πλειοψηφίαν ἤ καί ἀποκλειστικῶς ἀπό τούς «οἰκουμενιστικῶς» φρονοῦντας. Γι' αὐτό καί ὁρισμένοι δέν εἶναι ἀποδεκτοί ἀπό τήν πλειοψηφία τῶν Ὀρθοδόξων. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ ἀπληροφόρητος λαός, κατ' ἐξοχήν εὐαίσθητος στά θέματα πίστεως, ἀντιδρᾶ ὅταν πληροφορεῖται ἐλάχιστα, καί αὐτά συνήθως κολοβωμένα ἤ σερβιρισμένα ἔντεχνα, ἀπό ὅσα τεκταίνονται «ἐν κρυπτῶ καί παραβύστω» γιά νά θυμηθοῦμε ἐκεῖνο πού ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός καταμαρτυροῦσε στούς «ἑνωτικούς» τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Φερράρας — Φλωρεντίας (1438—1439).
Ὡς ἐκ τούτου δέν προκάλεσαν ἔκπληξη οἱ ἀντιδράσεις πού παρουσιάστηκαν στήν «Ἐπιστημονική Ἡμερίδα», ὑπερβολικές μέν ὁρισμένες στιγμές, ἀλλά ἀναμενόμενες λόγω τῆς εὐαισθησίας ὅσων παρακολουθοῦσαν τήν ἡμερίδα. Ἄλλωστε καί ἡ στάση τοῦ Προεδρείου, πού ἀποκαλοῦσε τούς διαμαρτυρομένους «ταλιμπάν» κ.τ.ὅ. δέν ἦταν ὅ,τι καλύτερο. Μᾶλλον προκαλοῦσε, παρά ἠρεμοῦσε τά πνεύματα. Ἐπί πλέον τό Προεδρεῖο ἄφησε ἐντελῶς ἀσχολίαστη τήν παρέμβαση πού ἔκανε κατά τήν προσφώνησή του ἀρχιμανδρίτης πού παρουσιάστηκε(!) ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ. Ἱερωνύμου·(11). Ἡ παρέμβαση ἦταν καθαρά προσωπική του (ἄλλωστε, ὅπως δηλώθηκε ἤδη ἀπό τό ἰδιαίτερο Γραφεῖο τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ἐν λόγω κληρικός «οὔτε παρέστη ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, οὔτε καμμίαν ἐντολήν ἐκφωνήσεως κάποιου μηνύματος τοῦ Μακαριωτάτου εἶχε»). Εἶπε: «Τώρα μιλάω ἐξ ἑαυτοῦ (…). Λοιπόν, σάν κληρικός καί σάν Ὀρθόδοξος Χριστιανός σκέπτομαι μερικές φορές μήπως θά ἤτανε φρόνιμο, ἡ ἑπόμενη φάση τοῦ Διαλόγου νά εἶναι ἀφοῦ ἀποκαταστασθεῖ ἡ ἑνότητα καί ὄχι πλέον στό χῶρο τοῦ χωρισμοῦ; Μήπως, δηλαδή, δοῦνε καί οἱ δύο Ἐκκλησίες ἀφοῦ ἀναγνωρίσουνε ἡ μία τήν ἐκκλησιαστική καί εὐχαριστιακή ὑπόσταση τῆς ἄλλης ὅτι ἀποτελοῦνε δύο κακῶς χωρισμένα κομμάτια τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ; Νά προχωρήσουμε στήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας καί νά συνεχίζαμε τόν διάλογο μετά. Θά ἦταν πιό γόνιμο. Ἄλλωστε διαφορές ἔχουμε καί μεταξύ μας οἱ Ὀρθόδοξοι»!
Ὅταν λοιπόν λέγονται τέτοια ἀθεολόγητα καί ἀντορθόδοξα, πῶς νά μήν ἀντιδράσει τό ἀκροατήριο;
Ἀφήνουμε ὅτι ὁ ἐν λόγω ἀρχιμανδρίτης ὡς ἐκπρόσωπο τῆς Μακαριωτάτου (ἄν ἦταν, διότι ἔτσι παρουσιάστηκε) δέν εἶχε δικαίωμα προσωπικῆς ἐπεμβάσεως. Ἐφ' ὅσον ἦταν ἐκπρόσωπος, ἐξέθετε τόν ἀνεύθυνο ἐν προκειμένω Ἀρχιεπίσκοπο. Καί μάλιστα μέ τέτοια πρόταση!·(12).
10. Ἀκούσαμε στήν ἡμερίδα καί κάποιες ὁμολογίες τῶν ὑπερμάχων τοῦ Διαλόγου, πού ἴσως εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτοκριτικῆς. Ὁμολογήθηκε ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη, τόν ὀρθόδοξο συμπρόεδρο τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιά τόν Θεολογικό Διάλογο: «Ἀγωνιζόμαστε γιά τό ἀδύνατο. Ἡ εὐθύνη ἀνήκει στή Ρώμη», ἡ ὁποία μέ τήν διαμέσου τῶν αἰώνων στάση της «κατέστησε τήν προσέγγιση ἀδύνατη» καί «μέ τή Φερράρα — Φλωρεντία σκληρύνθηκε». «Ἡ Οὐνία ταλαιπώρησε καί ταλαιπωρεῖ τήν Ὀρθοδοξία». «Ὁ θεολογικός διάλογος εἶναι ἀκόμη μακρός».
Τό ἴδιο ὅμως πρόσωπο ὕμνησε τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τόνισε: «Ἡ ἐξουσία τοῦ Πάπα θά κριθεῖ στό μέλλον. Σήμερα ὁ Πάπας καλεῖ νά συζητήσουν τό θέμα τοῦ πρωτείου· κάποτε δέν δεχόταν συζήτηση» σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση τῆς Παπικῆς Συνόδου τῆς Λυῶνος.
11. Ἀπό τήν ἡμερίδα μάθαμε πῶς σκέπτονται καί πῶς ἐνεργοῦν οἱ ἡμέτεροι στό Διάλογο Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν. Καί πῶς μᾶς ζητοῦν νά ἀποδεχθοῦμε τήν παραπληροφόρηση ἤ τήν ἐλλιπή πληροφόρηση πού μᾶς προσφέρουν ὡς ὑπεύθυνη ἐνημέρωση. Γιά μᾶς ὅμως σωστή καί ἀλάθητη ἐνημέρωση, μέ τήν ὁποία κρίνουμε κάθε ἄλλη θεολογική ἐνημέρωση, εἶναι οἱ Ὅροι καί οἱ ἀποφάσεις τῶν ἁγίων ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ διδαχή τῶν θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τήν θεολογία τῶν θεοδιδάκτων Ἀποστόλων καί τήν Παράδοση τῆς ἑνωμένης Ἐκκλησίας·(13), τῆς Ἐκκλησίας πρίν ἀπό τό Παπικό Σχίσμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς, τῆς Ὀρθοδόξου, τῆς μόνης Ἐκκλησίας. Ἐμεῖς «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν» αὐτή τή θεολογία ἔχουμε χρέος νά διδάσκουμε ὡς κατήχηση στό λαό τοῦ Θεοῦ. Τό δυστύχημα ὅμως εἶναι ὅτι ὁ συμπρόεδρος τῆς «Ἐπιστημονικῆς Ἡμερίδας» Ὀρθόδοξος Καθηγητής εἶπε γυμνῆ τῆ κεφαλῆ ὅτι «θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τούς Πατέρες γιά νά προχωρήσουμε στήν ἕνωση μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς»! Καί ἔτσι εἶναι σαφῶς στοιχημένος μέ αὐτό πού μᾶς καταλογίζουν ὡς μειονέκτημα οἱ Παπικοί· ὅτι δηλαδή οἱ ἑπτά ἅγιες Οἰκουμενικές Σύνοδοι μᾶς δεσμεύουν καί δέν μᾶς ἀφήνουν νά προχωρήσουμε πέραν τῆς διδασκαλίας των! Ἀποτελοῦν ἐμπόδιο καί ἀγκύλωση στή συνέχιση τοῦ διαλόγου!..
Ἀλλά ἡ ἀποσιώπηση ἤ ἡ παραφθορά ἤ ἡ ὑπέρβαση ἤ οἱ προσωπικές ἑρμηνεῖες τῆς ἀποστολικῆς διδαχῆς καί πατερικῆς Παραδόσεώς μας ἐκ μέρους ὁρισμένων συγχρόνων θεολόγων εἶναι ἁμάρτημα μέγα. Ἁμάρτημα κατά τοῦ παναγίου προσώπου τοῦ Χριστοῦ, διότι προσβάλλει τήν ἀλήθειά του. Ἁμάρτημα καί κατά τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος, μέ τόν φωτισμό τοῦ Ὁποίου ἐδογμάτισαν οἱ θεοφόροι Πατέρες, τά στόματα τοῦ Λόγου. Ἁμάρτημα καί κατά τοῦ μυστηριακοῦ σώματός του, τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, ἐκτός τῆς ὁποίας δέν ὑπάρχει σωτηρία·(14).

***

(1) Σημ. ἡμετέρα: Καθ' ἡμᾶς δέν πρόκειται «περί ἐκτροπῆς…» ἀλλά περί ἐπισήμου καί μετ' ἐπιγνώσεως ἀρνήσεως τῆς Ἀληθείας, ἤτοι, τῆς Ἐκκλησιολογίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί Ἀποδοχῆς τῆς Αἱρετικῆς «Ἐκκλησιολογίας» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ! Τοῦτο ἐγένετο διά τῆς Πατριαρχικῆς — Συνοδικῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1920, τοῦ Μασονικοῦ — Οἰκουμενιστικοῦ Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατά Μάϊον — Ἰούνιον 1923 καί διά τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Παπικοῦ Νεοημερολογιτικοῦ, κατ' ἀπόλυτον δεοντολογίαν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί κατ' ἐφαρμογήν τῶν προμνημονευθεισῶν μνημειωδῶν ἐκτροπῶν ἐκ τῆς Ὀρθοδοξίας.
(2) Σ.Η. Πολύ ὀρθῶς μνημονεύονται ὅλα αὐτά, ἀλλ' ἐπιτραπήτω νά σημειώσωμεν ὅτι ταῦτα, καίτοι σοβαρά καί σημαντικά, ὅμως ὠχριοῦν πρό τῆς «Ἐγκυκλίου τοῦ 1920 καί τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Παπικοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ ὡς ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ! Ὠχριοῦν πρό τῆς συμμετοχῆς εἰς τό Π.Σ.Ε. καί τοῦ εἰς τά πλαίσια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ «θεολογικοῦ διαλόγου» κ.λπ….
(3) Σ.Η. Οἱ Παπικοί θεωροῦν ὡς «Οἰκουμενικήν» τήν Α΄ Βατικανήν Σύνοδόν των, οἱ λεγόμενοι ὀρθόδοξοι, μετά τήν ἐν τῆ πράξει καί θεωρίαν ἐκτροπήν ἐκ τῶν Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἤτοι μετά τήν ἐκτροπήν ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, ἐπιδεικνύουν τήν ἰδίαν ἀφοσίωσιν πρός αὐτάς τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους; Καλῶς γίνεται ἀναφορά καί εἰς τά δευτερεύοντα ἀλλά προέχει τό ΠΡΩΤΕΥΟΝ ΘΕΜΑ, ἤτοι, ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟΝ, προέχει ἡ ἀφοσίωσις εἰς τάς Ἁγίας Οἰκουμενικάς Συνόδους καί βάσει αὐτῶν ἔλεγχος τῶν Παπικῶν.
(4) Σ.Η. Καί ταῦτα λίαν ἐπιτυχῶς θίγονται καί ἐπικρίνονται, πλήν ὅμως, ἄν τό ὅλον θέμα περιορισθῆ ἐκ μέρους τῶν συντηρητικῶν εἰς τά δευτερεύοντα, ποτέ δέν θά ἀντιληφθῶμεν ὅτι ἤδη ἐπί ἕνα περίπου αἰῶνα ὁ Παπικός καί Οἰκουμενιστικός Νεοημερολογιτισμός εἶναι ἡ μεγαλυτέρα καί χειροτέρα μορφῆ ΟΥΝΙΑΣ, εἶναι τό «βάπτισμα» τῆς οὐνίας τοῦ Παπικοῦ καί Προτεσταντικοῦ Οἰκουμενισμοῦ!..
(5) Σ.Η. Ὁ σεβαστός Πανεπιστημιακός Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης δέν λαμβάνει ὑπ' ὄψιν του ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία δέν «ἐπεξετάθη» καί εἰς τούς αἱρετικούς μέ τό «κοινό κείμενον τῆς Ραβέννας» τῆς 13.10.2007, ἀλλά ἀπό τό 1920, μέ τήν Πατριαρχικήν — Συνοδικήν ἐκείνην Ἐγκύκλιον καί τήν ἐφαρμογήν της κατά τόν Μάρτιον τοῦ 1924! Ὁ «Πατριάρχης» Βαρθολομαῖος εἶναι ὁ τελευταῖος, ὁ ὁποῖος συμφωνεῖ μέ τόν Πάπα Βενέδικτον! Πρό αὐτοῦ ὑπάρχει σειρά βλασφήμων καί αἱρετικῶν «Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν», ἡ ὁποία φθάνει εἰς τόν Βασίλειον καί τόν Μελέτιον, ἐνῶ παρεμβάλλεται καί ὁ Ἀθηναγόρας!.. Δέν γνωρίζομεν τόν κ. Τσελεγγίδην πλήν ὅμως ἐνῶ ἐκτιμῶμεν βαθύτατα τήν στάσιν του ἔναντι τῶν ψευδοδιαλόγων, δέν συγχωρεῖται νά ἀγνοῆ τήν μεγίστην καί ἐπίσημον ΕΚΤΡΟΠΗΝ τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ ἀπό τό 1920, 1923, 1924 κ.ἕ.
(6) Σ.Η. Καί ὅμως αὐτό δέν γίνεται διά πρώτην φοράν μέ τό κείμενον τῆς Ραβέννας (13.10.2007), ἀλλά ἐπισημώτερον θεωρία τε καί πράξει ἡ βλασφημία περί δῆθεν «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν» τῶν διαφόρων αἱρέσεων, ἐκηρύχθη ἀπό τό 1920, καί παραμένει ὄχι ἁπλῶς ἄθικτος ἀλλά καί ἐφαρμόζεται καί λαμβάνει διαστάσεις! Τόν διάβολον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὀφείλομεν νά τόν «πιάσωμεν ἀπό τά κέρατα ὄχι ἀπό τήν οὐρά» δι' εὐνοήτους λόγους…
(6α) Σ.Η. Ὀρθωτάτη ὁμολογία, ἡ ὁποία ὅμως ἀπαιτεῖ συνέπειαν! Ἔξω λοιπόν ἀπό τούς ψευδοδιαλόγους καί ὀρθά κοφτά νά τεθῆ ἡ θέσις, (ὅσον ἀφορᾶ τούς αἱρετικούς), τοῦ Ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, θέσις ἡ ὁποία ἦτο καί παραμένει θέσις τῆς Ὀρθοδοξίας. Κατ' αὐτήν εἷς ΔΙΑΛΟΓΟΣ προετάθη διαχρονικῶς καί προτείνεται πρός πάντας: Ἐπί ἴσοις ὄροις παρακάθηνται ἅπαντες κύκλω τῆς Κοινῆς Τραπέζης καί διαλέγονται μέ ἀνοικτήν τήν Ἁγίαν Γραφήν τά Πρακτικά τῶν Ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐνῶ τήν θέσιν τοῦ πρώτου κατέχει ὁ Χριστός (ἡ Εἰκών τοῦ Χριστοῦ) ὡς Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι καί ὅποιοι παρεξέκλινον τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς κοινῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως τῶν 7 Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αὐτοί ταπεινοῦνται ἐν Ἀγάπη, ἀνακαλοῦν, διορθώνουν καί ἐνσωματοῦνται τῶ ἑνί Σώματι τοῦ Χριστοῦ. Ὅλα τά λοιπά, τά ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τούς παραθεολογικούς διαλόγους εἶναι ἐκ τοῦ Πονηροῦ.
(7) Σ.Η. Θά ἐλέγομεν ὅτι πρωτίστως τό λάθος εὑρίσκεται εἰς τήν ἀρχήν τοῦ «θεολογικοῦ διαλόγου», εἰς τήν ΛΑΘΟΣ ΑΦΕΤΗΡΙΑΝ του. Τό θέμα ἐν προκειμένω εἶναι ΕΝ καί Ἐκκλησιολογικόν. Δέν νοεῖται νά ὁμολογοῦνται πλείονες τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας! Ἐξ αὐτῆς ἄς ἀρχίσουν οἱ σωστοί Θεολογικοί Διάλογοι ἤτοι: Μέχρι πότε Ἀνατολή καί Δύσις ἦσαν ἐν τῆ Μιᾶ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πότε καί διατί ἐγένετο τό σχίσμα, ποῖον βαρύνει καί ποῖον ἀπέκοψεν καί ἔθεσεν ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐκτός τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπολύτως τό ἴδιον ἰσχύει καί διά τόν κατά τό 1924 Παπικόν Νεοημερολογιτισμόν, τόν ἐπιβληθέντα ὡς Οἰκουμενισμόν! Μετά τό 1924 καί πάλιν δέν ὑπάρχουν δύο Ἐκκλησίαι, ἄπαγε τῆς Βλασφημίας, ἀλλά Μία αὐτή τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Ποῖοι ἀνήκουν εἰς Αὐτήν, ποῖοι τήν ἐκφράζουν καί τήν ἐκπροσωποῦν, εἶναι τό θέμα ἑνός Θεολογικοῦ Διαλόγου, ὁ ὁποῖος διαχρονικῶς προτείνεται ὑπό τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας! Τό 1924 κάποιοι κατέστησαν σχισματικοί μᾶλλον σχισματοαιρετικοί καί κάποιοι παρέμειναν ἑδραῖοι καί ἀμετακίνητοι εἰς τήν καθηγιασμένην ἑορτολογικήν παράδοσιν καί μακράν τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τό θέμα ἑνός τοιούτου θεολογικοῦ Διαλόγου ἔχει γραφεῖ καί προταθεῖ ἐπανειλημμένως. Μήπως εἶναι καιρός, οἱ σεβαστοί κ.κ. Καθηγηταί Δ. Τσελεγγίδης καί Ἰ. Κογκούλης, ἀλλά καί ἡ ἐπίσης σεβαστή Ἀδελφότης Θεολόγων ὁ «ΣΩΤΗΡ», ὅπως καί οἱ σεβαστοί πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι π. Θεόδωρος Ζήσης καί π. Γεώργιος Μεταλλινός νά ἀσχοληθοῦν μέ τό θέμα; Τό θέμα ἐκτίθεται καί εἰς τό βιβλίον μας «ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΤΡΙΒΗΣ τοῦ Δημητριάδος Χριστοδούλου Παρασκευα?δη» Ἀθῆναι 1985.
(8) Σ.Η. Ἀδιανόητον τό ἐπιχείρημα διότι αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἤ Πανορθόδοξοι καί ἄλλαι συνεκλήθησαν πάντοτε διά νά ἀντιμετωπίσουν τά αἱρετικά φρονήματα καί τούς αἱρετικούς, κηρύξουν δέ τάς ἀληθείας τῆς Πίστεως. Ὁ Ἄρειος δέν ἀνεζήτησεν «Σύνοδον» ἴνα δι' αὐτῆς κηρύξη τήν αἴρεσίν του, ὅταν ὅμως ἐφούντωσεν ἡ αἴρεσίς του, τότε συνεκάλεσεν καί αἱρετικάς Συνόδους! Ὡστόσον ἕνας αἱρετικός Πατριάρχης ἀντιμετωπίζεται πλήν τῶν ἄλλων τρόπων καί μέ καταγγελίας καί ἀποτειχίσεις καί μέ ἀποκηρύξεις καί ἐπί τό ἀσφαλέστερον μέ Συνοδικάς ἀποφάσεις. Ποῦ εἶναι μία τοιαύτη Συνοδική Ἀπόφασις; Δέν ὑπάρχει διότι προηγεῖται ἡ Ἐγκύκλιος τῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1920! Ὑπάρχουν τά Πρακτικά τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τοῦ Μα?ου — Ἰουνίου 1923! Ὑπάρχει ὁ Παπικός Οἰκουμενιστικός — Οἰκουμενισμός, διαχρονικός ἀπό τό 1924, ὅστις ρυθμίζει τά πάντα καί τούς «θεολογικούς διαλόγους» καί φιμώνει τούς πάντας!..
(9) Σ.Η. Ἄς μᾶς ἐπιτραπῆ νά εἴπωμεν, ὅτι ναί, ὁ Οἰκουμενισμός ἀλλά καί ὁ Νεοημερολογιτισμός ὡς ἄνοιγμα καί μετοχή εἰς τόν Οἰκουμενισμόν ΑΓΝΟΟΥΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ἀφοῦ ὁ ἴδιος καθ' ἡμᾶς, εἶναι ἡ χειροτέρα Οὐνία κατά τῆς Ὀρθοδοξίας! Ἔκκλησιν ποιοῦμεν νά ἀπασχολήση εἰς βάθος τό θέμα τούς κ.κ. Καθηγητάς, καί ὅλους τούς Σεβαστούς Πανεπιστημιακούς Καθηγητάς. Πρέπει νά ἀσχοληθοῦν καί μέ αὐτά, τά ὁποῖα φωνάζουν «κάποιοι ἀκραῖοι», ὅπως μᾶς χαρακτηρίζουν τελευταίως…
(10) Σ.Η. Ἰδού εἰς αὐτόν τόν ἀπαρχῆς Θεολογικόν Διάλογον νά τεθῆ καί ἡ ἄλλη «Οὐνία» τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ἡ ὁποία εἰς τάς ἀρχάς τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἐπεβλήθη καί δρᾶ ὑπέρ τοῦ Παπισμοῦ καί Οἰκουμενισμοῦ καί πάντως σαφῶς κατά τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτή ἡ «Οὐνία» ἔφερεν καί αὐτούς τούς «διαλόγους» καί τούς «Οἰκουμενιστικῶς φρονοῦντας» καθηγητάς «Ἐπισκόπους» καί «Πατριάρχας».
(11) Σ.Η. Νά ἦτο μοναδικός αὐτός ὁ κληρικός!.. Ἀλλά τί λέγομεν; Ὁ Κληρικός αὐτός εἶναι θῦμα τοῦ ἀπ' ἀρχῆς Νεοημερολογιτισμοῦ — Οἰκουμενισμοῦ! Δέν εἶπεν οὐδέν νεώτερον ἀπό ἐκεῖνα, τά ὁποῖα, κατά τόν πλέον ἐπίσημον τρόπον, διεκηρύχθησαν καί ἐφηρμόσθησαν ἀπό τό 1920!..
(12) Σ.Η. Τί ἔκαμεν ὁ καλός κ. Ἱερώνυμος μετά ἀπ' αὐτά; Πῶς ἀντιμετώπισεν τόν αἱρετικόν κληρικόν του; Πῶς ὅμως νά τόν ἀντιμετωπίση ὅταν ὁ ἴδιος συνεχῶς «καίει τόσον οἰκουμενιστικόν λιβανωτόν», εἰς τόν Οἰκουμενικόν του Πατριάρχην; Πῶς «ὁ ἀνεύθυνος διά τήν ἐνέργειαν τοῦ Κληρικοῦ του» κ. Ἱερώνυμος, ἀπεκατέστησεν ἑαυτόν;
(13) Σ.Η. Ἀδόκιμος ἔκφρασις ἀφοῦ τό «Παράδοση τῆς Ἑνωμένης Ἐκκλησίας», ἀφήνει νά ἐννοηθῆ ὅτι ὑπάρχει, μετά ἀπ' αὐτήν καί ἡ διηρημένη Ἐκκλησία! Ὡστόσον ἡ ἀρίστη διευκρίνισις, ἡ ὁποία ἀμέσως ἀκολουθεῖ ἀποκαθιστᾶ τό θέμα. Ὡστόσον φρονοῦμεν ὅτι αὐτή ἡ ἀρίστη διευκρίνισις ἀποκλείει τήν χρῆσιν του ὅρου «ἑνωμένη Ἐκκλησία»!..
(14) Σ.Η. Τό ἀναφερόμενο «μέγα ἁμάρτημα» δέν περιορίζεται μόνον εἰς «ὡρισμένους συγχρόνους θεολόγους»! Τοῦτο δέν τό εἰσήγαγον καί δέν τό διακονοῦν αὐτοί, ἀλλά «Πατριάρχαι» μέ τάς Συνόδους των! Αὐτοί ἀπό τό 1920 καί ἔκτοτε ἀδιακόπως καθυβρίζουν τόν Χριστόν καί τήν Ἀλήθειαν του, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τούς θεοφόρους Πατέρας, τό μυστικόν Σῶμα Του τήν «Ἁγίαν Ἐκκλησίαν», ἐκ τῆς Ὁποίας οὐσία ἀπέκοψαν ἑαυτούς καί ὅσους τούς ἀκολουθοῦν! Ἐν προκειμένω ὁ «Συμπρόεδρος τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιά τόν Θεολογικό Διάλογον, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης, Περγάμου», ὁ κ. Καθηγητής Ἰωάννης Ζηζιούλας μέ ὅσα κηρύσσει ὄντως «εἶναι δυστύχημα»! Ἐγνωρίσαμεν τόν κ. Καθηγητήν τήν δεκαετίαν τοῦ 1965-1970 εἰς τό κεντρικόν Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν, παρά τοῖς ἀειμνήστοις Καθηγηταῖς Ἰ. Καρμίρη, Γ. Κονιδάρη καί Κ. Μπόνη. Διερωτώμεθα πῶς γίνεται ἀνεκτός ὁ κ. Ζηζιούλας ὅταν κατ' αὐτόν τόν τρόπον ἀσεβῆ καί πρός τούς Πατέρας καί πρός τήν Ἐκκλησίαν; Τί θά πῆ «θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τούς Πατέρας γιά νά προχωρήσωμε στήν ἕνωσι μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς»; Τοῦτο μεθερμηνευομένον σημαίνει ὀρθά κοφτά, ἀφῆστε τήν Ὀρθοδοξία, ἀφῆσε τήν Ἀποκάλυψιν, ἀφῆστε τήν Ἐκκλησίαν καί ὑποταχθῆτε εἰς τόν αἱρεσιοβριθῆ καί Ἀντίχριστον Παπισμόν! Αὐτό, καθ' ἡμᾶς, ἀποτελεῖ ὑπέρβασιν καί αὐτοῦ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
@ ΓΟΕΕ 2009