ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ

 

Α.Π. 532                                                                                        
 Ἐν Κορωπίω τῆς 28 Νοεμβρίου 2009

 

ΑΠΟΦΑΣΙΣ

ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΠΙ

ΤΟΥ Α.Π. 498/2/15.1.2009 ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ

 

 ΚΑΤΑ

 Τῶν ἀποκεκηρυγμένων καί διαγεγραμμένων ἐκ τῶν Διπτύχων τῆς Ἐκκλησίας (Α.Π. 390/16.5.2005), πρώην Ἐπισκόπων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος: 1) Νικολάου Μεσσιακάρη, 2) Παχωμίου Ἀργυροπούλου, 3) Γαλακτίωνος Γκαμίλη, 4) Ταρασίου Καραγκούνη, 5) Ἀνδρέου Σύρου, 6) Χρυσοστόμου Σύρου, ὡς καί τῶν ἐξ αὐτῶν προελθόντων. 1) Παντελεήμονος Ντέσκα, καί 2) Ἰγνατίου Δάσσιου.

 

Τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ,

 

συγκροτούμενον ἐκ τῶν μελῶν τῆς Πανορθοδόξου Ἱερᾶς Συνόδου, ἤτοι, τῶν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν,
- Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΥ, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
- Βράντσεα ΓΕΡΟΝΤΙΟΥ, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας.
- Κένυας ΜΑΤΘΑΙΟΥ, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς ἀλεξανδρείας.
- Κιέβου ΣΕΡΑΦΕΙΜ, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας.
- Κιτίου καί πάσης Κύπρου ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, καί
- Τοῦ Γραμματέως, Πανοσιολ/του Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ,

ΣΥΝΕΛΘΟΝ ΚΑΝΟΝΙΚΩΣ, σήμερον 26ην Νοεμβρίου 2009, ἡμέραν Τετάρτην καί συνεδριάσαν ἐπί τριήμερον, ἕως καί τήν 28ην, ἡμέραν Παρασκευήν, ἐν τῶ ἐπισκοπείω τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, ΕΚΡΙΝΕΝ ΚΑΙ ΑΠΕΦΑΣΙΣΕΝ κατά τῶν ἀνωτέρω πρώην ἐπισκόπων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τό μέ Α.Π. 498/2/15.1.2009 Κατηγορητήριον, τό ὁποῖον Κανονικῶς καί Νομοτύπως, ἀπεστάλη αὐτοῖς καί ἐκλήθησαν εἰς ἀπολογίαν.

 Οὗτοι κατηγοροῦνται διά χειρίστης σκοπιμότητος, ἀντικανονικάς, Ληστρικάς καί πάντως Πράξεις καί ἀποφάσεις ἐσχάτης βλασφημίας καί ἐκκλησιομαχίας, τάς ὁποίας διέπραξαν, ἤτοι, διά:

 Α’ Τήν ἐκ σκοπιμότητος συλλήβδην κατάλυσιν τῆς Κανονικῆς Τάξεως κατά τάς συγκλήσεις καί ἐργασίας τῶν ἐνδημουσῶν καί Ἱερῶν Συνόδων τῆς Ἱεραρχίας ἀπό τό 1999 καί ἑξῆς καθώς καί αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

 Β’ Τήν μέ Α.Π. 3280/28.11.2007 κοινήν ἐγκύκλιόν των ὡς καί τά προηγηθέντα παρόμοια κείμενα: α) Τοῦ κ. Παχωμίου Ἀργυροπούλου «ἐξομολογητική ἐπιστολή» ἀπό 20.8.1974, ὡς καί ἑτέρα ἐπιστολή τοῦ ἰδίου, ἀπό 25-30/7.2004 καί β) Τοῦ κ. Νικολάου Μεσσιακάρη, ἀπολογητικόν ὑπόμνημα πρός τόν Πταισματοδίκην Ἀθηνῶν ἀπό 28.10.1974, ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν τό «54/76 ἀπαλλακτικόν Βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς», δι' ὦν ψευδῶς κηρύσσεται ὡς χειροθεσία ἡ κατά τό 1971 γενομένη δεκτή ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου συγχωρητική εὐχή.

 * * *

 Γ’ Τήν α) μέ Α.Π. 3282/28.11.2007 «ἀπόφασιν» τῶν Κατηγορουμένων περί «καθαιρέσεως» τοῦ Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καί β) τήν μέ Α.Π. 3298/7.8.2009 ἑτέραν «ἀπόφασίν» των κατά τοῦ ἰδίου Μητροπολίτου καί τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, περί «ἀπογυμνώσεως ἀπό πάσης Ἱερατικῆς χάριτος καί Μοναχικῆς ἰδιότητος» τοῦ πρώτου, ἀμφοτέρων δέ περί «Μεγάλου ἀφορισμοῦ καί στερήσεως τῆς Χριστιανικῆς ἰδιότητος καί ἔξω τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.»!

* * *

 Δ’ Τήν μέ Α.Π. 13/26.3.2006 πρᾶξιν τοῦ κ. Παχωμίου Ἀργυροπούλου περί «ἀργίας» κατά τοῦ Πανοσ/του Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ, καί μέ Α.Π. 3285/22.4.2008 ἑτέραν ἀπόφασιν τοῦ ἰδίου περί «καθαιρέσεως», κατά τοῦ ἰδίου Ἱερομονάχου.

* * *

 Ε’ Τήν μέ Α.Π. 3166/14/27.2.2002 «Συνοδικήν ἀπόφασιν» περί «ἀκοινωνησίας» (μικροῦ ἀφορισμοῦ) κατά τοῦ ἐλλογιμωτάτου θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη ὡς καί τήν ἀπό τό ἔτος 1997 ἐκδηλωθεῖσαν συκοφαντικήν σκευωρίαν κατ' αὐτοῦ μέ αἰτίαν καί ἀφορμήν τήν διατύπωσιν «...Δέν θά ὁμιλήσω σήμερον διά τήν πρώτην, ἄναρχον, αἰωνίαν καί ἀόρατον Ἐκκλησίαν, διότι αὕτη εἶναι ἡ τελεία Κοινωνία τοῦ Πατρός καί τοῦ ΥἹοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Εἶναι ἡ πλήρης καί τελεία κοινωνία καί ἀδιαίρετος ἑνότης τῶν τριῶν Θείων Προσώπων, τοῦ ΕΝΟΣ Θεοῦ. Θά ὁμιλήσω ὅμως διά τήν ἀποκεκαλυμμένην ἐπί τῆς γῆς Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ὅμως ὡς ὑπάρχουσα, ἐν τῆ προαιωνία βουλή τοῦ ἀνάρχου Θεοῦ καί πρό τῆς Ἱδρύσεώς Της, εἶναι καί αὕτη προαιωνία...».


* * *

 ΣΤ’ Τά αἱρετικά φρονήματα τοῦ πρ. Πειραιῶς Νικολάου, τά ὁποῖα ἐν πολλοῖς εἶναι τά αὐτά μέ τά τῶν «πέντε» σχισματοαιρετικῶν, καί αἱ συναφεῖς παραχαράξεις Ἱερῶν κειμένων, τά Ἱστορικά ψεύδη καί αἱ ἀναλήθειαι, ἅτινα κατηγγέλθησαν πολλάκις, ἀλλ' οὐδέποτε ἀντιμετωπίσθησαν. («Ο.Π.» 2004, σελ. 124-154 καί 212-214).

* * *

 Ζ’ Τήν ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κιτίου Παρθενίου καί τοῦ πιστοῦ Κλήρου καί Λαοῦ τῆς πρεσβυγενοῦς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καταγγελίαν, ἐπί παρανόμω, ἀντικατα­στατικῆ καί ἀντικανονικῆ παρεμβάσει εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου, πρόκλησιν σχίσματος καί ἔκθεσμον καί ἀντικανονικήν ἐπισκοπικήν χειροτονίαν, ἐν μέσω ξυλοδαρμῶν καί αἱμάτων, καί ὑπό παρουσίαν καί ἐπέμβασιν ἀστυνομικῶν δυνάμεων, μεμαρτυρημένως ἀναξίου προσώπου, ἤτοι τοῦ φερομένου κατ' ἀρχάς ὡς «Τριμυθοῦντος» καί κατόπιν ὡς «Κιτίου» κ. Σεβαστιανοῦ Σταύρου.

* * *

 Η’ Τήν κατάλυσιν τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τοῦ «ΙΕΡΟΥ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΚΛΗΡΙΚΩΝ...» τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ἀρ. Ἐγκριτ. Ἀποφάσεως Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν 680/1982 καί 3427/1985, κατά τό μέρος, τό ὁποῖον ὁ «ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ» ἀποτελεῖ θεματοφύλακα «ἐπί τῶ τέλει τῆς θριαμβεύσεως τῶν ἀρχῶν τῆς ἀκαινοτομήτου Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἧς αἱ ἀρχαί ἀνόθευτοι διαφυλάσσονται ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς προεδρευομένης σήμερον ὑπό τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου Κανονικοῦ Διαδόχου τοῦ ἀοιδίμου ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου τοῦ Α’», Ἄρθρον 2 παράγρ. γ, καί «Πᾶν μέλος τό ὁποῖον ἤθελεν παρεκκλίνει ἀπό τῆς Ἐκκλησιολογίας τῆς ἀκαινοτομήτου Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ., θέτει ἑαυτό ἐκτός τοῦ Συνδέσμου καί ἀποβάλλεται καί τυπικῶς δι' ἀποφάσεως τοῦ Δ.Σ.», Ἄρθρον 8 παράγρ. γ.

 * * *

 ΕΠΙ ΤΗΣ Α’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΗΤΟΙ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ

ΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΚΑΙ ΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΟΛΟΥ

 Ἐπί τῶν ὑπό κατηγορίαν τελούντων, τό ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον ἀρχικῶς ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν τό γεγονός ὅτι, ἡ καθ' οἱονδήποτε τρόπον κατάλυσις τῆς ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ καί παραβίασις τοῦ Ἱερωτάτου θεσμοῦ τῆς ΣΥΝΟΔΟΥ, ἀποτελοῦν αἵρεσιν, ἐνῶ ἐν προκειμένω τό γεγονός ἐξυπηρέτησεν καί δεινάς ἀντορθοδόξους σκοπιμότητας μή γνησίως καί ὀρθοδόξως, ἀλλά καί ἐκκλησιομαχικῶς πολιτευομένων. Μετά μεγίστης δέ προσοχῆς ἐξήτασεν τό ὅλον θέμα καί μελετήσαν τά σχετικά παραστατικά, διεπίστωσεν ὅτι σχεδόν ἅπασαι αἱ ἐνδημοῦσαι Σύνοδοι ὡς καί αἱ Ἱ.Σ. τῆς Ἱεραρχίας ἀπό τό 1999 ἕως καί τοῦ σχίσματος τοῦ 2005, βρίθουν ἀντικανο­νικοτήτων καί χειρίστων μεθοδεύσεων, ἐν αἷς καί τό θλιβερόν γεγονός τῆς ἀπό 5.2.2003 ἱεροσύλου συναλλαγῆς - Συμπαιγνίας περί παραιτήσεως τοῦ Ἀρχ/που Ἀνδρέου ἀπό τόν Ἀρχ/πικόν θρόνον (καί μεταθέσεώς του ὡς προέδρου Πατρῶν) ὑπέρ τοῦ κ. Νικολάου, ἤδη κατηγγελμένου ἐπί αἱρέσεσι καί ἀρνήσει τῆς τε Ἐκκλησιολογίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΔΟΧΗΣ, μέσω τοῦ 54/76 ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος. Τήν οὕτως εἰπεῖν «βράβευσίν» του, διά τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ ἀξιώματος καί τήν ἐν συνεχεία προσπάθειαν τοῦ ἰδίου περί ἀποδείξεως ὡς Κανονικῆς τῆς παραιτήσεως διά τῆς ἀπό 25.4.2003 εἰσηγήσεώς του ἐνώπιον τῆς Ἱ.Σ. τῆς Ἱεραρχίας, ἥτις, γέμουσα ψευδῶν καί ἀπάτης, σκοπεῖ εἰς τήν παραπλάνησιν τῶν Ἁπλῶν Χριστιανῶν. Ἐπισημαίνεται ἐν προκειμένω ὅτι παραιτούμενος ὁ Ἀρχ/πος Ἀνδρέας ἀλλά καί μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, ἐνῶ εἶχεν σώας τάς φρένας καί δέν ἐτέλει ὑφ' οἱονδήποτε κύλυμα τῆς ἀρχιερωσύνης του, προσδιώρισεν ὡς διάδοχόν του τόν ἔχοντα τά πρεσβεῖα τῆς ἀρχιερωσύνης κ. Νικόλαον, τοῦ ὁποίου προτείνει συμπαικτικῶς καί Ἱεροσύλως τήν ἀνοικτήν ἐκλογήν, ἐνῶ κατωνομάζει ρητῶς τάς πρώτας ἐνεργείας του, ἤτοι, α) Νά προβῆ εἰς χειροτονίας ἐπισκόπων, β) Νά ἐκδιώξη τόν «ἐν ἀνταρσία τελοῦντα» ἐπίσκοπον Κήρυκον ἀπό τήν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἀχαρνῶν καί γ) Νά προβῆ εἰς τέλεσιν Ἁγίου Μύρου εἰς τήν ὁποίαν θά λάβη μέρος καί ὁ ἵδιος.

 Τό Α.Σ.Δ. ἐπεσήμανεν, ὅτι αὕτη ἡ πρωτοφανής διά τά χρονικά τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἱερόσυλος παραίτησις, ἐντάσσεται εἰς τά πλαίσια τῆς παγίας προσπαθείας πρός ἐξόντωσιν τῶν ἀντιδρώντων εἰς τήν ἐνεργουμένην προδοσίαν κατά τῆς Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καί πρός ἑδραίωσιν τοῦ Παλαιοημερολογιτι­σμοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐπίσης ἔλαβεν σοβαρῶς ὑπ' ὄψιν ὅτι, καθ' ὅλα τά ἐπακολουθήσαντα μετά τό 1998 ἔτη, ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους τοῦ Σεβ/του Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κηρύκου, τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου Παναρέτου, καί τοῦ πιστοῦ Λαοῦ, προφο­ρικαί καί γραπταί καταγγελίαι, ἀλλ' ἐγένοντο καί ΕΚΚΛΗΣΕΙΣ ὑπ' ἀμφοτέρων τῶν ὡς ἄνω Μη­τροπολιτῶν, καθώς καί τοῦ Ἱερομονάχου π. ἀμφιλοχίου καί τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, πρός Κανονικήν σύγκλησιν καί λειτουργίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, Κανονικῶς προσδιοριζομένην ἡμερησίαν Διάταξιν, τήρησιν Πρακτικῶν κ.λπ. ἐνδεικτικῶς ἐλήφθησαν ὑπ' ὄψιν τά ἀπό πάσης ἀπόψεως Ἱστορικά κείμενα: α) «ΟΞΥΝΕΤΑΙ Η ΚΡΙΣΙΣ ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΟΣ» τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου («Ο.Π.» Ἰαν. - Φεβρ. 2003 σελ. 6-22). β) «ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ - ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ Ι. Μ. ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΥΡΝΑΒΟΥ ΕΠΙ ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 2003 («Ο.Π.» Μάρτιος 2003, σελ. 71). γ) ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ τοῦ Μητροπολίτου Μεσογαίας Κήρυκου Α.Π. 331/31.5.2003 («Ο.Π.» Μάϊος 2003 σελ. 147-159). δ) ἐνστάσεις καί Καταγγελίαι ἐπί τῆς παραιτήσεως τοῦ Μ. Ἀρχ/που Ἀνδρέου («Ο.Π.» Μάιος 2003 σελ. 163-182). ε) Ἔνστασις - Διαμαρτυρία τοῦ Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου Παναρέτου («Ο.Π.» Ἰούνιος 2003 σελ. 225-227). στ) Μητροπολίτου Κηρύκου δημοσιευμένα σχετικά κείμενα. («Ο.Π.» ἰούλιος 2003 σελ. 243-253). ζ) Τό ὑπ' Α.Π. 67/26.5.2003 τοῦ Μητροπολίτου Παναρέτου («Ο.Π.» Ἰούλιος 2003 σελ. 253-255). η) Τό ἀπό 30.5.2003 ἔγγραφον τοῦ Μητροπολίτου Βερροίας Ταρασίου («Ο.Π.» Ἰούλιος 2003 σελ. 256). θ) Ἡ ἀλήθεια ἐξ ἐπόψεως Ἱστορικῆς τοῦ θεολόγου Ἐλ. Γκουτζίδη («Ο.Π.» Ἰούλιος 2003 σελ. 272). ι) ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου («Ο.Π.» Μάιος 2004 σελ. 184-186).  ια) «Ἀπόψεις - Προτάσεις - Θέματα» Μητροπολίτου Παναρέτου («Ο.Π.» Μάιος 2004 σελ. 204-205). ιβ) Ὑπόμνημα - Ἀπάντησις τοῦ Ἱερ/χου π. Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ («Ο.Π.» Αὔγουστος 2004 σελ. 361-368). ιγ) Ἔκκλητος προσφυγή Ἱερ/χου π. Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ («Ο.Π.» Ἰανουάριος 2005 σελ. 20-21 καί 77/80.1.2005) καί ιδ) ὑπ' Α.Π. 401/26.10.2005 ΑΝΟΙΚΤΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ Μητροπολίτου Κηρύκου. («Ο.Π.» Δεκέμβριος 2005 σελ. 403-412).

 Ἐπί τοῦ θέματος, καθ' ὅ κατέλυσαν ἐν τῶ συνόλω της τήν Κανονικήν τάξιν,  ἐνήργησαν δέ καί ἐναντίον αὐτῆς, κατέλυσαν δέ καί τόν Ἱερόν θεσμόν τῆς Συνόδου, μετελθόντες Αὐτόν ὡς ἠτιμωμένον ὄργανον τῶν σχεδίων των, τό ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον συσκεψάμενον ἀποφαίνεται ὅτι «οὐ μικρόν τό ἀδίκημα τῆς διασαλεύσεως τῆς τε Κανονικῆς Τάξεως καί τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου», σημειοῖ δέ ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Πηδαλίου τά κάτωθι: «Ὅτι παρά πάντων πρέπει νά φυλάττωνται οἱ θεῖοι Κανόνες ἀπαρασάλευτοι. Οἱ γάρ μή φυλάττοντες, εἰς φρικτά ἐπιτίμια καθυποβάλλονται». «Ταῦτα περί Κανόνων διετάχθω ὑμῖν παρ' ἡμῶν, ὦ ἐπίσκοποι. ὑμεῖς δέ ἐμμένοντες

αὐτοῖς σωθήσεσθε καί εἰρήνην ἔξετε, ἀπειθοῦντες δέ κολασθήσεσθε καί πόλεμον μετ' ἀλλήλων ἀΐδιον ἔξετε,...», «...μηδενί ἐξεῖναι τούς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας ἤ ἀθετεῖν». «Εἰ δέ τις ἀλῶ Κανόνα τινά τῶν εἰρημένων καινοτομῶν ἤ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατά τόν τοῦτον Κανόνα, ὡς αὐτός διαγορεύει τήν ἐπιτιμίαν δεχόμενος...», «τούς τῶν ἑπτά Συνόδων Κανόνες θέλει κρατεῖν καί τά δόγματα αὐτῶν ὡς τάς θείας Γραφάς», «ὡρίσθη παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων χρῆναι καί μετά θάνατον ἀναθεματίζεσθαι, τούς εἵτε εἰς πίστιν, εἴτε εἰς Κανόνας ἀμαρτάνοντας...», «Τοῖς ἐν καταφρονήσει τιθεμένους τούς Ἱερούς καί θείους Κανόνας τῶν Ἱερῶν Πατέρων ἡμῶν, οἵ καί τήν Ἁγίαν Ἐκκλησίαν ὑπερείδουσι, καί ὅλην τήν χριστιανικήν πολιτείαν κοσμοῦντες, πρός θείαν ὁδηγοῦσιν εὐλάβειαν, ἀνάθεμα». (Πηδάλιον, «περί τῶν Ἱερῶν Καόνων» σελ. ιη-κα’), καί «...εἰ μέν γάρ ἐναντίον τοῖς κανόσιν ἐπίσκοπος ἐνέγκη ψῆφον, τιμωρηθήσεται, ἤγουν καθαιρεθήσεται... οὐ γάρ συγγνωστέος ἔσεται λέγων μή εἰδέναι τούς Κανόνας, οὕς ἀναγκάζεται διά γλώσσης ἔχειν σχεδόν ἀεί».

 Περαιτέρω ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν τούς ὅρους καί προϋποθέσεις τῆς ἀληθοῦς καί Ὀρθοδόξου Συνόδου, ὡς ἐν τῶ ἐγγράφω Α.Π. 209/19.6.2001, ἐσημειώθησαν ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου πρός τήν τότε συνεδριάσασαν Ἱεράν Σύνοδον, ἤτοι:

  «α) Πρέπει ὅλοι οἱ συμμετέχοντες εἰς τήν Σύνοδον ἐπίσκοποι νά ὑγιαίνουν ἐν τῆ Πίστει: «Οὐ γάρ οἷόν τε συνόδω συναριθμηθῆναι τούς περί τήν πίστιν ἀσεβοῦντας» (Μ. Ἀθανασίου, ΒΕΠΕ, 31, 260). Δέν δύνανται ἑπομένως εἰς μίαν Σύνοδον νά εἶναι συμπάρεδροι οἱ «παρά ἀξιοπίστων ἀνθρώπων» κατηγορηθέντες «ἐπί κακοδοξία» καί μάλιστα καταφανῆ.

 β) Εἰς μίαν ὀρθόδοξον Σύνοδον ὁποιαδήποτε ἄποψις, διαφωνία, ἔνστασις ἐπί Κανονικοῦ ἤ Δογματικοῦ θέματος, κ.λπ., δέν νοεῖται νά περιφρονῆται καί νά παραγκωνίζεται καί οὕτω νά ἀποσιωπᾶται τό θέμα, νά φιμώνεται τό Συνοδικόν μέλος μέ συμπεριφοράν ἐξουσιαστικήν καί ἀλαζονικήν, κ.λπ. Δηλαδή εἰς μίαν Ὀρθόδοξον Σύνοδον πρῶτον Ἱεραρχοῦνται τά θέματα καί κατόπιν ἀντιμετωπίζονται καί τακτοποιοῦνται ταῦτα ἐλεύθερα καί πέραν σκοπιμοτήτων ἤ παρεμβολῶν τρίτων. Οἱ μετέχοντες δέον νά ἔχουν εἰλικρινῆ διάθεσιν νά συζητήσουν καί νά ἀποφασίσουν ὄχι κατά τό ἴδιον θέλημα ἤ καί ἀλλοτρίων, ἀλλά κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό φαινόμενον τῆς καταλύσεως τοῦ ὅρου αὐτοῦ συναντῶμεν πληθωρικῶς καί εἰς τάς ἡμέρας μας, καί αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἀλλοτριώνει ἐπισκόπους, ἀλλά καί ὁλοκλήρους Συνόδους ἀπό τό ὀρθόδοξον Συνοδικόν σύστημα.

 γ) Ἐν Συνόδω εἶναι ἐλεύθερος ὁ Ὀρθόδοξος λόγος εἰς ὅλα τά μέλη, δέν περιφρονεῖται κανείς, οὔτε μέ τήν πρόφασιν ἐλλείψεως χρόνου ἤ δι' ἄλλον τινά λόγον, ἀλλά συζητῶνται καί ἐξετάζονται ἐλεύθερα τά θέματα καί ἀναζητεῖται τό δίκαιον, τό ἀληθές καί οὕτω καταλήγει ἡ Σύνοδος εἰς τό «ἔδοξε τῶ Ἁγίω Πνεύματι καί ἡμῖν» (Πράξ. ΙΕ, 7 καί 28). Λειτουργεῖ ἡ Ἱερά Σύνοδός μας κατ' αὐτά τά πρότυπα, ἤ ἠλλοιώθη εἰς τάς ἡμέρας μας ἡ λειτουργία τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ καί ὡς ἐκ τούτου προκύπτει ἔντονος ἡ κρίσις Συνοδικότητος;

 δ) Εἶναι ἀδιανόητον νά ἔρχωνται εἰς τήν Σύνοδον ἔξωθι προειλημμέναι ὑπό τρίτων ἀποφάσεις, διότι τό προαποφασίζειν ἐξωσυνοδικῶς καί δή παρά ἐξωσυνοδικῶν, καί ἔν τισιν καί ἐξωεκκλησιαστικῶν προσώπων, ἀποτελεῖ οὐσιαστικήν κατάλυσιν τῆς Συνόδου καί ἀναιδῆ ἐμπαιγμόν τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ τῆς ὀρθοδοξίας, βλάπτει τό ἔργον τῆς Ἐκκλησίας καί ἐν τέλει ἀποτελεῖ τήν ἐσχάτην βλασφημίαν κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 ε) Αἱ Συνοδικαί ἀποφάσεις καί σήμερον δέον νά διέπωνται, καί νά ἕπωνται καί νά συμφωνοῦν πρός τάς ἀποφάσεις καί τά θέσμια ὅλων τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί λοιπῶν ὀρθοδόξων Συνόδων, διά τῶν ὁποίων ἐνήργησεν ἡ μία Χάρις τοῦ ἑνός Ἁγίου Πνεύματος. Μόνον οὕτω διαφυλάσσεται ἡ Ἀποστολικότης καί ἡ Πατερικότης, ἡμεῖς δέ παραμένομεν Ὀρθόδοξοι καί γνήσιοι Αὐτῆς ἐπίσκοποι. Οὕτω μόνον δυνάμεθα νά λέγωμεν μετά τῶν Πατέρων τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ Πίστις τῶν Ἀποστόλων, πάντες οὕτω πιστεύομεν. Οἱ Ὀρθόδοξοι οὕτω πιστεύουσιν».

 στ) Διά νά κριθῆ τελικῶς μία Σύνοδος, ὡς ὄντως Ὀρθόδοξος, εἶναι ἀναγκαῖον αἱ ἀποφάσεις της νά γίνουν ἀποδεκταί καί ὑπό τῆς καθ' ὅλου Ἐκκλησίας. Δηλαδή ὑπό πάντων τῶν Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν, τῶν λοιπῶν Κληρικῶν, τῶν Μοναχῶν καί τῶν λαϊκῶν. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής λέγει: «Τάς γενομένας Συνόδους ἡ εὐσεβής πίστις κυροῖ καί πάλιν, ἡ τῶν δογμάτων ὀρθότης κρίνει τάς Συνόδους». (Πηδάλιο, σελ. 118).

 Ἐξαιρέτως ὅμως ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν τάς σχετικάς Πατερικάς ρήσεις καί τούς Ἱερούς Κανόνας:

 α) Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει, ὅτι καί τρία μόνον ἄτομα νά κρατήσουν ἀκεραίαν τήν ὀρθήν Πίστιν, αὐτά μόνον ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (P.G. 55, 158 καί 160, 203). Καί ὁ ἅγιος Νικηφόρος ὁ ὁμολογητής προσθέτει: «Εἰ δέ καί πάνυ ὀλίγοι ἐν τῆ εὐσεβεία καί ὀρθοδοξία διαμείνωσιν, ο'ῦτοι εἰσίν Ἐκκλησία καί τό κῦρος καί ἡ προστασία τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἐν αὐτοῖς κεῖται, κἄν αὐτοῖς ὑπέρ τῆς εὐσεβείας κακοπαθῆσαι δεήσοι».

 β) Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης περί ἀντικανονικῶν Συνόδων λέγει: «...Συνόδους συνεκρότησαν μεγάλας καί παμπληθεῖς καί Ἐκκλησίαν Θεοῦ ἑαυτούς 'ωνομάκασι, καί ὑπέρ Κανόνων ἐφρόντισαν τῶ δοκεῖν κατά Κανόνων τό ἀληθές κινούμενοι (φρόντισαν νά φαίνωνται πώς ἐργάζονται ὑπέρ τῶν Κανόνων ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἐστρέφοντο κατά τῶν Κανόνων). Τί δή θαυμαστόν, εἰ καί πέντε καί δέκα ἐπίσκοποι, συναχθέντες τόν ὑπό τῶν Κανόνων καθηρημένον κατά τάς δύο αἰτίας ἠθώωσαν, λύσαντες τοῦ Ἱερουργεῖν; Συνόδους τοίνυν, δέσποτα, οὐ τό Ἁπλῶς συνάγεσθαι Ἱεράρχας τε καί Ἱερεῖς, κἄν πολλοί 'ῶσιν (κρείσσων γάρ εἷς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἤ μύριοι παραβαίνοντες), ἀλλά τό ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐν τῆ εἰρήνη καί φυλακῆ τῶν Κανόνων. Καί τό δεσμεῖν καί λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ' ὡς δοκεῖ τῆ ἀληθεία, καί τῶ κανόνι, καί τῶν γνώμονι τῆς ἀκριβείας. Εἰ δείξωσιν οἱ συνελθόντες τοῦτο πεποιηκότες καί ἡμεῖς σύν αὐτοῖς. Εἰ οὐ δεικνύουσι, ἐκβαλέτωσαν τόν ἀνάξιον, ἵνα μή τις εἰς κατηγόρημα αὐτοῖς καί τοῖς μετέπειτα γενεαῖς παραδοθήσεται... καί ἐξουσία τοῖς Ἱεράρχαις ἐν οὐδενί δέδοται ἐπί πάση παραβάσει κανόνος, ἤ μόνον στοιχεῖν τά δεδογμένα καί ἔπεσθαι τοῖς προλαβοῦσιν». (P.G. 99, 1049).

 γ) Ὡσαύτως ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν τόν Α’ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ὅστις κανονίζει ὅτι ἡ Κανονική εὐταξία ἀποτελεῖ τήν βάσιν τῆς ἑνότητος καί ἀγάπης: «Ἕκαστα τῶν καθ' ἡμᾶς πραγμάτων, ὅταν εὐθύ φέρηται κανονικῆς εὐταξίας, οὐδένα μέν ἡμῖν ἐντίκτει θόρυβον, ἀπαλλάττει δέ καί τῆς παρά τινων δυσφημίας, μᾶλλον δέ καί τάς παρά τῶν εὖ φρονούντων εὐφημίας ἡμῖν προξενεῖ. Τίς γάρ οὐκ ἄν ἀποδέξαιτο ψῆφον ἀπροσκλινῆ, `ήπερ ἄν γένοιτο παρά τινων; ἤ πῶς τό κρίνειν ὀρθῶς καί ἐννόμως οὐκ ἀνεπίπληκτον ἔσται, μᾶλλον δέ παντός ἐπαίνου μεστόν;...».

 δ) Τόν ΙΗ’ τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Τό τῆς συνωμοσίας, ἤ φατρίας, ἔγκλημα καί παρά τῶν ἔξω νόμων πάντη κεκώλυται, πολλῶ δή μᾶλλον ἐν τῆ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία τοῦτο γίνεσθαι ἀπαγορεύειν προσήκει. Εἵ τινες τοίνυν κληρικοί, ἤ μονάζοντες, εὑρεθεῖεν συνομνύμενοι, ἤ φατριάζοντες, ἤ κατασκευάς τυρεύοντες ἐπισκόποις, ἤ συγκληρικοῖς, ἐκπιπτέτωσαν πάντη τοῦ οἰκείου βαθμοῦ». (Πηδάλιον τῆς Νοητῆς Σιών, σελ. 200).

 ε) Τόν ΙΕ’ τῆς Πρωτοδευτέρας Ἁγίας Συνόδου: «Οἱ γάρ δι' αἵρεσίν τινα, παρά τῶν Ἁγίων Συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρό τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου τήν αἵρεσιν δηλονότι δημοσία κηρύττοντος καί γυμνῆ τῆ κεφαλῆ ἐπ' Ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῆ κανονικῆ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς της πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνω­σαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι». (ΙΕ’ Κανών Πρωτοδευτέρας Συνόδου).

 στ) Ἐπί πᾶσι τούτοις λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ἡ στάσις καί οἱ λόγοι τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ὅστις ἠρνήθη κάθε ἐκκλησιαστικήν «κοινωνίαν», ὄχι μόνον μέ ὅσους ἐδέχθησαν τήν «ψευδένωσιν», ἀλλά καί μέ ὅσους ἐκοινώνουν μέ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν τήν «ψευδοένωσιν»! Συγκεκριμένα ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός ἠρνήθη νά ἔλθη εἰς οἱανδήποτε ἐπαφήν μέ τόν νέον Πατριάρχην, τόν Λατινόφρονα Μητροφάνην, καί τούς ὁμόφρονάς του ἐπισκόπους. Δικαιολογῶν τήν στάσιν του γράφει: «...Οὔτε βούλομαι, οὔτε δέχομαι τήν αὐτοῦ, ἡ τήν μετ' αὐτοῦ κοινωνίαν, τό παράπαν οὐδαμῶς... ὥσπερ οὔτε γεγονυῖαν ἕνωσιν καί τά δόγματα Λατινικά, ἅπερ ἐδέξατο αὐτός καί οἱ μετ' αὐτοῦ... Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιίσταμαι τούτου καί τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῶ Θεῶ καί πᾶσι τοῖς πιστοῖς καί Ἁγίοις Πατράσι. Καί ὥσπερ τούτων χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῆ ἀληθεία καί τοῖς Ἁγίοις Πατράσι τοῖς θεολόγοις τῆς Ἐκκλησίας...» (P.G. 160, 536 CD).

 ζ) Τέλος καί τούς λόγους τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου, ὅστις καθορίζει μέ ἄριστον τρόπον τήν στάσιν τῶν ὀρθοδόξων, ἔναντι τῶν ἐπισκόπων. Γράφει εἰς μίαν ἐπιστολήν του πρός τούς μοναχούς: «Τούς ἐπισκόπους ὑμῶν ἐπιτηρεῖτε ἵνα ὦσιν Ὀρθόδοξοι, καί μή διδάσκουσι δόγματα ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, μηδέ τοῖς αἱρετικοῖς, ἤ τοῖς ἀπεσχισμένοις συλλειτουργῶσι. Τά δέ ἄλλα, ἤ τῆς ἀγνοίας αὐτῶν εἰσί καί τῆς τοῦ καιροῦ κακίας καί εἰσί συγγνωστοί, ἤ τῆς προαιρέσεως αὐτῶν καί αὐτοί μόνοι ἀπολογήσονται τῶ Θεῶ» (Πατριάρχου Νεκταρίου, Ἐπιτομή Ἱεροκοσμικῆς Ἱστορίας, ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Σινᾶ, Ἀθῆναι 1980, σελ. 231).

 η) Τόν Θ’ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ὅστις λέγει μεταξύ ἄλλων: «Τό γάρ ἐκ μέρους εὐσεβεῖν καί ἐκ μέρους κοινοῦσθαι βέβηλον». (Πηδάλιον 738 ε). Ἐν προκειμένω τό Α.Σ.Δ. ἐπισημαίνει ὅτι τάς αὐτάς βεβηλότητας ἐσημείωνεν ἡ ἀπόφασις τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἄκρως ἀντιφατική, ἀφοῦ ἀφ' ἑνός ἀναγνωρίζει τάς χειροτονίας τοῦ 1948 καί ἀφ' ἑτέρου ἐπικαλεῖται τόν Η’ Κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀφορᾶ χειροθεσίαν ἐπί σχισματικῶν. Τοιαύτην καί πλέον φοβεράν βεβηλότητα παρουσιάζουν καί αἱ «ἀποφάσεις» τοῦ κ. Νικολάου καί τοῦ Συνεδρίου του, ἀφοῦ δι' αὐτῶν, ἀφ' ἑνός μέν λέγουν ὅτι διαφυλάττουν τήν ὁμολογίαν καί ἔχουν τήν Γνησίαν ἀποστολικήν Διαδοχήν ἐκ τῶν χειροτονιῶν τοῦ ἐπισκόπου Ματθαίου, ἀφ' ἑτέρου δέ ὅτι ἐδέχθησαν ὅλοι χειροθεσίαν ἐπί σχισματικῶν καί «μᾶς περιρρέει ἡ ἀνομία τῆς χειροθεσίας».

 θ) Τόν ΞΒ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τόν διαγορεύοντα: «Εἴ τις Κληρικός διά φόβον ἀθρώπινον... ἀρνήσηται τό ὄνομα τοῦ Κληρικοῦ καθαιρείσθω. Μετανοήσας δέ ὡς λαϊκός δεχθήτω». Εἰς τήν ὑποσημείωσιν τοῦ Κανόνος τούτου ἀναγράφεται καί τό τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «ἀρνήσεως οὐδέν χεῖρον Ἁμάρτημα». Βάσει αὐτοῦ τοῦ Κανόνος καθηρέθη ὁ ποτέ Κορινθίας Κάλλιστος, καθ' ὅσον ἐν ἔτει 1976-1977 ἠρνήθη τήν προτέραν ὁμολογίαν του, ὅτι τήν 17ην Σεπτεμβρίου 1971 ἐδέχθη μίαν Ἁπλῆν συγχωρητικήν εὐχήν καί ὑπαναχωρήσας ἐκήρυξε «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» ὅτι ἐδέχθη «χειροθεσίαν ὡς πρώην σχισματικός», ὅπερ σημαίνει ὅτι ἠρνήθη τήν ἀρχιερωσύνην του. Εἰς τόν ἵδιον Κανόνα ὑπόκεινται καί ὅσοι ἐκ τῶν ὑστέρων κηρύττουν ὅτι τό 1971 ἐδέχθησαν χειροθεσίαν κατά τόν Η’ Κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (βλ. ἀπόφασιν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα 54/76 Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς, τό ὁποῖον ἀπεδέχθη πανηγυρικῶς ὁ τότε Πειραιῶς Νικόλαος, ἐπιστολάς πρώην Ἀργολίδος Παχωμίου καί τήν ὑπ' ἀριθμ. 3280/28.11.2007 κοινήν ἐγκύκλιον τῶν «Νικολαϊτῶν», κείμενα καθ' ἅ «ὅλοι ἔχομεν τήν χειροθεσίαν παρά χειροθετηθέντων ὡς πρώην σχισματικῶν»). Εἰς τό ἐπιτίμιον αὐτοῦ τοῦ Κανόνος ὑπόκειται καί ὅστις Ὀρθόδοξος Κληρικός κανονικῶς χειροτονημένος δεχθῆ δευτέραν χειρο­τονίαν εἵτε παρ' ὀρθοδόξων, ὁπότε καθαιρεῖται καί αὐτός καί ὁ χειροτονήσας, εἵτε παρά κακο­δόξων, ὁπότε οὗτος καθαιρεῖται καί ἀφορίζεται.

 Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἐνδεικτικῶς μόνον σημειωθέντων, τό Α.Σ.Δ. τρανῶς διαπιστώνει ὅτι ἡ ὁμάς τῶν Νικολαϊτῶν ὄχι  μόνον δέν ἐφύλαξεν ἀπαρασαλεύτως τούς Ἱερούς Κανόνας, ἀλλ' οὐδένα ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν, διότι διά τῆς Κανονικῆς ὁδοῦ δέν θά εὐωδοῦτο, ἀλλά καί θά ἀπεκλείετο ἡ ἐσχάτη ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ των κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ἐκκλησιομαχία των, καί ἐν τέλει ἡ σωρεία τῶν ληστρικῶν καί βαρβάρων ἀποφάσεών των κατά τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων, Κληρικῶν καί Λαϊκῶν. Διά τόν λόγον αὐτόν, τό Α.Σ.Δ. ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ὅτι αὗται οὐδέν πραγματικόν ἀποτέλεσμα παραγαγοῦσαι εἰσίν ἄκυροι καθ' ὦν ἐξεδόθησαν, ἐπί τῶν κεφαλῶν ὅμως αὐτῶν ἐπεσώρευσαν ἅπαντα τά ἐπιτίμια τοῦ συνόλου τῶν θείων καί Ἱερῶν Κανόνων.

 

ΕΠΙ ΤΗΣ Β’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΗΤΟΙ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΜΕ Α.Π. 3280 ἀπό

28.11.2007 «ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ» ΤΩΝ, ΤΩΝ ΑΠΟ 1974 ΚΑΙ 2004 «ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ»

ΤΟΥ ΠΡ. ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ «54/76 ΑΠΑΛΛΑΚΤΙΚΟΥ ΒΟΥΛΕΥΜΑΤΟΣ»

ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΠΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

 Ἐπί τοῦ δευτέρου τούτου θέματος σύσσωμον τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ἐγκύψαν ἐπί τῶν ἀνωτέρω κειμένων, εὐχερῶς διεπίστωσεν ὅτι οἱ δύο οὗτοι ἀρχιερεῖς, (Παχώμιος καί Νικόλαος), ἤδη ἀπό τό 1974 καί 1976 κατέστησαν ἑαυτούς αὐτόχρημα βλασφήμους καί ἐσχάτους ἐκκλησιομάχους. Αὐτήν τήν ὄντως φρικτήν προκύπτουσαν βλασφημίαν καί τήν ἐσχάτην προδοσίαν των, στηρίζουν ἐπί τοῦ ΨΕΥΔΟΥΣ περί «χειροθεσίας» των, τήν ὁποίαν, κατά τά κείμενά των, δῆθεν ἐδέχθη ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐν ἑλλάδι τήν 15/28ην ὀκτωβρίου 1971, ὅπερ ἀποτελεῖ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΚΟΠΙΜΟΝ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣΥΛΟΝ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΨΕΥΔΟΣ! Τό ψεῦδος των τοῦτο συντρίβεται ὑπό τῆς Ἱστορικῆς καί ἐξ ἀντικειμένου ΑΛΗΘΕΙΑΣ, καθ' ἥν ἡ Ἱερά Σύνοδος, τήν ἐπιστρέψασαν (3.10.1971) ἐξ ἀμερικῆς Ἱεραποστολικῶς μεταβάσαν ἐκεῖ ἐξαρχίαν, ἐδέχθη κατόπιν τῶν σαφῶν καί ρητῶν Δηλώσεων Αὐτῆς, καθ' ἅς ἡ Ἱεραποστολή ἐστέφθη ὑπό πλήρους ἐπιτυχίας, ἤτοι: Ἡ Ρωσική Σύνοδος κατ' ἀρχάς ἀπεδέχθη καί ὡμολόγησεν τήν ἐκκλησιολογίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατόπιν δέ τούτου ἐκηρύχθη καί ἡ Ἕνωσις τῶν δύο ἐκκλησιῶν, Ἑλλάδος καί Ρωσικῆς Διασπορᾶς, καί τότε, ἐν τῆ ἰδία Συνόδω (15/28.9.1971), ἐτέθη καί τό θέμα τῶν ἐπισκοπικῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί ἰδιαιτέρως τοῦ 1948. Ἐπ' αὐτῶν ἡ Ρωσική Σύνοδος ἀπεφάνθη ὅτι ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ τάς χειροτονίας τοῦ 1935, ἐξαιρέτως δέ τήν ἀπό Σεπτεμβρίου 1948, ὑπό μόνου τοῦ ἀοιδίμου Βρεσθένης Ματθαίου τελεσθεῖσαν πρώτην χειροτονίαν, (τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος εἰς ἐπίσκοπον Τριμυθοῦντος τῆς Κύπρου), τονίζουσα ὅτι ὁ μακαριστός Βρεσθένης Ματθαῖος, χειροτονήσας μόνος του, δέν ἡμάρτησεν κατά τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἐνήργησεν κατ' ἀπόλυτον ἐκκλησιαστικήν ἀπαίτησιν καί δεοντολογίαν, καί ὄχι πρός δημιουργίαν φατρίας ἤ σχίσματος!

 Ἐπί τούτοις καί ἡ ἰδία ἐξαρχία, ἄμα τῆ ἐπιστροφῆ της, ΔΙΕΨΕΥΣΕΝ τήν περιρρέουσαν φήμην περί «χειροθεσίας» τῶν δύο «ἐπισκόπων» μας ἐν Ἀμερικῆ καί διευκρίνισεν ὅτι ὡς τοιαύτην οἱ ἀνεύθυνοι ἐξέλαβον καί ἐπροπαγάνδισαν τήν συγχωρητικήν εὐχήν, δεδομένου ὅτι καί ἐπί ἀναγνώσεως συγχωρητικῆς εὐχῆς εἰς ἐξομολογούμενον, ἀλλά καί εἰς κάθε ἄλλην περίπτωσιν γίνεται ἐπίθεσις χειρῶν.

 Τό Α.Σ.Δ. ἡρεύνησεν τάς πηγάς καί διεπίστωσεν τήν ἀπόλυτον καί ἀδιάκοπον συνείδησιν καί συνέπειαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθ' ὅλα τά ἀπό τό 1971 ἔτη μέχρι καί τό 2004 καί 2008, ἐξαιρέτως δέ τό γεγονός ὅτι κατά τό 1976, ἡ Ἱερά Σύνοδος, τόν κατά τό ἔτος ἐκεῖνο ὑπαναχωρήσαντα ἐκ τῶν ὡς ἄνω δηλώσεων Κορινθίας Κάλλιστον, ΟΜΟΦΩΝΩΣ ΚΑΘΗΡΕΣΕΝ μέ τήν ὑπ' Α.Π. 1353/28.10. 1977 ἀπόφασίν της, («Κ.Γ.Ο.» Τόμος 22ος Τεῦχος 10ον Ὀκτώβριος 1977), ΩΣ ΒΛΑΣΦΗΜΟΝ, ΕΚΚΛΗΣΙΟ­ΜΑΧΟΝ, ΚΑΙ ΑΡΝΗΤΗΝ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΤΟΥ. Καί μόνον ἐκ τοῦ ἀνωτέρω γεγονότος, ἐγείρεται πελώριον τό σκληρόν ἐρώτημα, ΠΩΣ οἱ δύο οὗτοι ἐπίσκοποι, Νικόλαος καί Παχώμιος, συμμετεῖχον εἰς τό ἐν λόγω ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον, ΕΚΡΙΝΑΝ ΚΑΙ ΕΔΙΚΑΣΑΝ καί ἐν τέλει ὑπέγραψαν ὁμοφώνως τήν ὡς ἄνω κατά τοῦ Καλλίστου Καθαιρετικήν ἀπόφασιν, ὅταν οὗτοι πρό τοῦ 1977 εἶχον διακηρύξει ΕΓΓΡΑΦΩΣ, (πλήν ἐκράτουν τά κείμενα εἰς τήν ἀφάνειαν), ὄχι μόνον ἐκεῖνο, τό ὁποῖον ὑπαναχωρήσας ἐδήλωσεν ὁ Κάλλιστος, δηλαδή, ὅτι αὐτός εἰς τήν ἀμερικήν δέν ἐδέχθη συγχωρητικήν εὐχήν, ὅπως ἀρχικῶς ἐδήλωσεν, ἀλλά «χειροθεσίαν κατά τόν Η’ Κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου», ἀλλά ΨΕΥΔΟΜΕΝΟΙ ΔΙΕΚΗΡΥΞΑΝ ΟΤΙ ΚΑΙ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΕΛΑΒΕΝ ΧΩΡΑΝ Η ΙΔΙΑ «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ»(!), ΤΗΝ ΔΕ 29.11.2007 ΤΟ ἄκρως Ἱερόσυλον ΨΕΥΔΟΣ ΤΩΝ ΤΟ ΔΙΕΚΗΡΥΞΑΝ ΚΑΙ «ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ»!!!

 Εἰς τό σημεῖον αὐτό τό Δικαστήριον ἐπισημαίνει καί ὑπογραμμίζει τήν ἀσυνέπειαν καί τάς εὐθύνας τῶν ἀνωτέρω δύο ἐπίορκων ἐπισκόπων, διότι ὁ μέν Κάλλιστος ὑπαναχωρήσας τό 1976, δέν εἶπεν ὅτι ἐνηργήθη τι περί «χειροθεσίας» ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ' ὅτι αὐτός προσωπικῶς τήν 17ην Σεπτεμβρίου 1971 ἐδέχθη χειροθεσίαν καί ὄχι συγχωρητικήν εὐχήν. Ἀντιθέτως οἱ Νικόλαος καί Παχώμιος διακηρύσσουν, ὁ μέν ἀπό τό 1976, ὁ δέ ἀπό τό 1974 καί ἐπαναλαμβάνει τό 2004, ὅτι τόσον ἐν Ἀμερικῆ οἱ δύο ἐπίσκοποί μας, ὅσον καί ἐν ἑλλάδι οἱ λοιποί ἀρχιερεῖς, ἐδέχθησαν χειροθεσίαν κατά τόν Η’ Κανόνα! Ἐδῶ εὑρίσκεται ἡ ἀπαρχή τῆς ἐπιχειρηθείσης προδοσίας των, ἀλλά προκύπτει καί τό ΨΕΥΔΟΣ καί τό ΗΘΟΣ των, διότι ΠΩΣ τό 1977 καθήρεσαν τόν Κάλλιστον, ἐνῶ ἡ αἰτία τῆς καθαιρέσεώς του προηγεῖται εἰς αὐτούς τούς δύο καί δή εἰς πολύ μεγαλυτέρας καί φρικτάς διαστάσεις; Αὐτό μαρτυρεῖ ἀπολύτως ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥΣ ρασοφόρους, ἐν ταυτῶ δέ καταδεικνύει τό ἀδίστακτον, σκόπιμον, ὑστερόβουλον ἀλλά καί ἄκρως Ἱερόσυλον καί ἐκκλησιομάχον ΨΕΥΔΟΣ των.

 Ἐπίσης τό Α.Σ.Δ., ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ ὅτι αἱ συνέπειαι αὐτοῦ τοῦ ΨΕΥΔΟΥΣ ἐπεκτείνονται ἐφ' ὅλων τῶν ἐπισκόπων καί λοιπῶν Κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες κοινωνίαν μετά τῶν ὡς ἄνω δύο «ἐπισκόπων», καθίστανται μέτοχοι καί κοινωνοί τοῦ ἰδίου Ἱεροσύλου ψεύδους καί δή διά τόν σκοπόν, ὁ ὁποῖος ἐπενοήθη καί διετυπώθη ὑπό τῶν δύο ἐπισκόπων τό 1974 καί 1976, καί πάλιν τό 2004, ἐνῶ τήν 28ην Νοεμβρίου 2007 τό ἴδιον ψεῦδος ΩΜΟΛΟΓΗΘΗ ΚΑΙ ΔΙΕΚΗΡΥΧΘΗ ΚΑΙ «ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ», κατά τόν πλέον ἀπατηλόν καί πλάνον τρόπον!

 Εἰς τό σημεῖον αὐτό καί πάλιν, ἰδιαιτέρως ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ὅτι, προκειμένου νά ἐπιβληθῆ τό ἐν λόγω ψεῦδος, προηγήθη ἡ «συλλήβδην ΚΑΤΑΛΥΣΙΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ, ἀλλά καί ἡ ΚΑΤΑΛΥΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΟΙΗΣΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΘΕΣΜΟΥ. Οὕτο προέκυψεν καί ἡ μακρά σειρά τῶν ληστρικῶν καί σκοπίμων πράξεών των, αἱ ὁποῖαι ἐμπίπτουν καί εἰς τό κοινόν Ποινικόν Δίκαιον, τό ὁποῖον ὅμως οὐδείς διανοεῖται νά θέση ὑπεράνω τοῦ Θείου Δικαίου, ἤγουν τῆς Κανονικῆς Τάξεως, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῶν Συνοδικῶν Δικαστηρίων.

 Ἐπίσης ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ὅτι ἡ ὅλη κατ' αὐτῶν τῶν πράξεών των, δικαστική δεοντολογία τοῦ Α.Σ.Δ. δέν εἶναι ἡ ἐκδίκησις καί τιμωρία τῶν ὑπό τάς ὡς ἄνω κατηγορίας τελούντων, ἀλλά ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ Η ΑΛΗΘΕΙΑ, Η ΠΕΡΙΦΡΟΥΡΗΣΙΣ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καί πρό πάντων ἡ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ τῶν ἐπισκόπων καί Πρεσβυτέρων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Σκοπός τοῦ Δικαστηρίου μας εἶναι ἡ διαφώτισις καί αὐτῶν τῶν ἰδίων, ἀλλά καί παντός παρασυρθέντος, ἵνα ἔλθουν εἰς ἐπίγνωσιν, μετανοήσουν καί ἀποπτύοντες τήν προδοσίαν ἐπιστρέψουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν.

 Ἐπί τούτοις, τό Α.Σ.Δ. καθιστᾶ σαφές ὅτι τά κατά τῆς Ἐκκλησίας ἀδικήματα τῶν δύο ἐπισκόπων, ἀλλά καί ὅλων τῶν κοινωνούντων αὐτοῖς, δέν περιορίζονται μόνον εἰς τά ἀνωτέρω, ἀφοῦ διά τῶν συγκεκριμένων κειμένων των, δέχονται καί ὁμολογοῦν ὅτι:

 α) Ὁ ἀοίδιμος Βρεσθένης Ματθαῖος ἀποκηρύξας τό 1937 τόν βλάσφημον κατά τῆς Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον, «ἀπεκόπη - ἀπεσχίσθη ἐκ τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Συνόδου τοῦ πρ. Φλωρίνης καί ἵδρυσεν μίαν ἄλλην δευτέραν σχισματικήν Ἐκκλησίαν Παλαιοημερολογιτῶν»! (54/76 Βούλευμα).

 β) Δέχονται ἐπίσης καί κηρύσσουν ὅτι ἀπό τό 1937 καί μέχρι τό 1971 ἦσαν σχισματικοί, ἄμοιροι πάσης χάριτος, καί ὡς ἐκ τούτου ψευδοχριστιανοί, ψευδοϊερεῖς καί ψευδεπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι μόλις τό 1971, μετά τήν ἐκ τῶν ὑστέρων ψευδῶς προβαλλομένην «χειροθεσίαν» των ὡς ἐπί σχισματικῶν, κατά τόν Η’ Κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, κατεστάθησαν «Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί κανονικοί Κληρικοί καί ἐπίσκοποι»! Δηλαδή, τόσον οἱ δύο πρῶτοι, Νικόλαος καί Παχώμιος, ὅσον καί οἱ λοιποί τῆς ὁμάδος των, ἀποτελοῦν πρωτοφανές φαινόμενον ἀσυστόλου ψεύδους, βλασφημίας καί ἐκκλησιομαχίας!

 Ὡσαύτως τό Α.Σ.Δ. λαμβάνει σοβαρῶς ὑπ' ὄψιν του, ὅτι καί ἡ ἀπό τό 1974 ἀρξαμένη Ποινική Δίωξις κατά τοῦ Πειραιῶς Νικολάου, ἦτο ἀποκλειστικῶς ἐνέργεια τοῦ τότε Νεοημερολογίτου Μητροπολίτου Πειραιῶς Χρυσοστόμου Ταβλαδωράκη καί τῶν τότε ἀρχιμανδριτῶν Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη, Ἀλεξίου Βρυώνη καί Μελετίου Καλαμαρᾶ, οἱ ὁποῖοι μέ τήν προσφυγήν των εἰς τά Ποινικά Δικαστήρια κατά τοῦ τότε ἐπισκόπου Νικολάου Μεσσιακάρη «ὡς ἀντιποιουμένου ἐκκλησιαστικόν λειτούργημα», ΔΕΝ ΕΠΕΔΙΩΚΟΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗΝ ΤΟΥ, ἀλλ' ἀντιθέτως ΤΗΝ ΑΘΩΩΣΙΝ ΤΟΥ, ὑπό τόν ὅρον καί προϋπόθεσιν ὅτι οὗτος ἀπολογούμενος καί ἐπιζητῶν τήν παῦσιν τῆς Ποινικῆς διώξεώς του, θά ἐπεκαλεῖτο τήν «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ», τήν ὁποίαν ἀναφέρει ἡ 16-11/15/28.9.1971 Συνοδική πράξις τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Τοῦτο δέ διότι ἡ δήλωσίς του αὕτη θά ἤνοιγεν τήν ὁδόν πρός λύσιν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ, ἀφοῦ ὁμολογουμένη καί κηρυσσομένη, μέσω μιᾶς τοιαύτης Δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἡ ἔστω ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ, θά διέκοπτεν τήν ἐκ τῶν Ἱστορικῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί 1948 ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ, κατόπιν δέ τούτου θά συνετρίβετο καί ἡ ἀπό τό 1924 ΟΜΟΛΟΓΙΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας! Αὐτό «ἐπέτυχον» οἱ ἀνωτέρω Μηνυτής καί Μάρτυρες, δηλαδή νά ἀθωώση τό Πολυμελές Πλημμελειοδικεῖον Πειραιῶς τό κ. Νικόλαον, ἀφοῦ κατέθεσεν καί ὡμολόγησεν ἐγγράφως καί προφορικῶς ὅσα ἀναφέρει ἡ μηδέποτε γενομένη δεκτή οὔτε ἐφηρμοσθεῖσα ἔν τινι σημείω ἀπόφασις τῆς Ρωσικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐνῶ ἀναγνωρίζει τάς ἐν λόγω χειροτονίας, ἐν ταὐτῶ ἀντιφάσκουσα ἀναφέρει ρητῶς καί τήν περί χειροθεσίας, κατά τόν Η\ Κανόνα, ἀπόφασίν της!

 Τό Ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριόν μας ἰδιαιτέρως λαμβάνει ὑπ' ὄψιν ὅτι, τόσον οἱ συγκεκριμένοι ΕΠΙΟΡΚΟΙ ἐπίσκοποι, ὅσον καί ΟΙ ΦΛΩΡΙΝΙΚΟΙ καί ὁ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΣ, καίτοι ἐπί περισσότερον ἀπό τρεῖς δεκαετίας ἀπετύγχανον τά σχέδιά των, ὅπως μεταποιήσουν καί ἐπιβάλουν ἐκ τῶν ὑστέρων τήν συγχωρητικήν εὐχήν ὡς χειροθεσίαν, ὡστόσον ποτέ δέν παρητήθησαν! Τουναντίον, διά νά φθάσουν εἰς τήν «ἐπιτυχίαν» αὐτοῦ τοῦ σχεδίου των, μετῆλθον τάς συκοφαντίας καί ἐσκευώρησαν καθ' ὅλων ἐκείνων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Προσώπων, ἐφ' ὦν προσέκρουον καί ἐματαιοῦντο τά σχέδιά των. Οὕτω κατανοοῦνται πλήρως αἱ ἀπό τό 1998 πάσης φύσεως σκόπιμοι συκοφαντίαι καί διώξεις, κατά τοῦ παλαιμάχου Πανοσιολογιωτάτου Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου, τοῦ Ὀρθοδόξου θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, καί τοῦ ὁμολογητοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου! Οὗτοι, χάριτι Χριστοῦ, ἦσαν καί παραμένουν τά Πρόσωπα, τά ὁποῖα, ὅπως οἱ ἵδιοι οἱ Νικολαΐται ρητῶς πλέον προσμαρτυροῦν καί διαβεβαιοῦν, ἠμπόδιζον καί ἔκλεινον τόν δρόμον νά ἔλθη «ὁ καιρός» τῆς προδοσίας των, τόν ὁποῖον ἐν τέλει ἤνοιξαν οἱ ἴδιοι τήν 28ην Νοεμβρίου 2007, ὅτε ἐξέδωκαν τήν μέ Α.Π. 3280 δολίαν, ψευδῆ, ἀπατηλήν καί πάντως ἄκρως ΒΛΑΣΦΗΜΟΝ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΟΝ «Ἐγκύκλιόν» των.

 Τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ἐγκύψαν ἐπί τῆς ἐν λόγω ἐγκυκλίου τῶν Νικολαϊτῶν (Α.Π. 3280/28.11.2007) καί λαβόν ὑπ' ὄψιν ὅσα ἐν τῶ εἰδικῶ φακέλλω κατετέθησαν καί προηγουμένως ἀνελύθησαν, θεωρεῖ τήν ἐν λόγω Πράξιν - Ἐγκύκλιον, ὡς τήν πλέον εὐτελῆ καί ἀχρείαν ἐκδήλωσιν τῆς ἐσχάτης βλασφημίας καί ἐκκλησιομαχίας των, καί ἐπισημαίνει, ὅτι:

 - Τά μέλη αὐτῆς τῆς ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟΥ, τήν ὁποίαν ἀπήρτισαν οἱ ἤδη πρό πολλοῦ «πεπτωκότες πρώην Ἄγγελοι τῆς Ἐκκλησίας», (οὕτω χαρακτηρίζει ἐν τῆ θεία ἀποκαλύψει ὁ ἐπιστήθιος Μαθητής, Ἀπόστολος καί Θεολόγος Ἰωάννης, τούς ἐκπεσόντας ἐπισκόπους τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ἀσίας), ἤγουν οἱ Νικόλαος, Παχώμιος καί οἱ λοιποί, ἀδιστάκτως καί πάντως ἐκ χειρίστης σκοπιμότητος, ΥΠΟΚΡΙΝΟΝΤΑΙ τούς δῆθεν ἀκραιφνεῖς Ὀρθοδόξους καί κηρύσσουν ὅλως ΨΕΥΔΩΣ, ΔΟΛΙΩΣ καί ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΩΣ, ὅτι δῆθεν κρατοῦν τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ - ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ καί τήν ΑΠΟΣΤΟΛΙ­ΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ, ἤτοι κέκτηνται τήν ἀρχιερωσύνην (χειροτονία των) ἐκ τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί 1948, σέβονται δέ καί ἀκολουθοῦν τήν γραμμήν τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου! Ταῦτα ἐπαναλαμβάνουν, οὐχί ἅπαξ ἡ δίς, ἀλλ' ὑπέρ τάς δέκα (10) φοράς, διά νά καλύψουν οὕτω τήν προδοσίαν των, ἀφοῦ παραλλήλως, περισσότερον ἀπό δέκα (10) φοράς, ἐπαναλαμβάνουν καί τό βλάσφημον ψεῦδος ὅτι τό 1971 ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐδέχθη «χειροθεσίαν», ἐνῶ μέ ἰδιαιτέραν προσοχήν ἀποσιωποῦν ἀπολύτως τήν ἀλήθειαν περί «ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΗΣ ΕΥΧΗΣ»! Πρός τούτοις θέτουν καί «ἀσφαλιστικάς δικλείδας» λέγοντες ὅτι «ἀποκηρύσσουν καί ἀπορρίπτουν (καταδικάζουν) τήν «χειροθεσίαν» ὑπό οἱανδήποτε μορφήν καί ἔννοιαν ἐγένετο αὕτη τό 1971, τόσον εἰς τήν ἀμερικήν, ὅσον καί εἰς τήν Ἑλλάδα»! Αὐτό τό ψεῦδος, ὁ δόλος καί ὑποκρισία, πλημμυρίζει ἀπ' ἀρχῆς μέχρι τέλους τήν ἐκ δεκατεσσάρων μεγάλου μεγέθους σελίδων «Ἐγκύκλιόν» των, διότι εἶναι πέραν πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι ἐν Ἑλλάδι ΟΥΔΕΜΙΑ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ ἔλαβεν χώραν. Τό γεγονός ἀναλυτικῶς ἐκτίθεται ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τοῦ Δικαστηρίου μας καί ἐν τῶ βιβλίω τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη: «ΑΜΕΣΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ...» Ἀθῆναι Μάρτιος 2008 καί ἀλλαχοῦ.

 Ἐν τέλει τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ λαβόν ὑπ' ὄψιν:

 α) Τό γεγονός ὅτι διά νά ὁλοκληρώσουν τήν ἐσχάτην βλασφημίαν - ἐκκλησιομαχίαν των, δέν ἔλαβον κἄν ὑπ' ὄψιν τήν Κανονικήν τάξιν, τήν ὁποίαν συλλήβδην κατέλυσαν, ἀλλά καί τόν Συνοδικόν θεσμόν κυριολεκτικῶς ἐσυλαγώγησαν, ἀπό τό 1998 καί μέχρι σήμερον, καί

 β) Τάς ἀπό 1974 καί 2004 ἄκρως βλασφήμους καί πλήρεις ψεύδους καί ἀπάτης ἐπιστολάς τοῦ ἐκπεσόντος Παχωμίου ἀργυροπούλου, καθώς καί τό 54/76 ἀπαλλακτικόν Βούλευμα ὑπέρ τοῦ κ. Νικολάου, καί κατ' ἀκρίβειαν τάς βλασφημίας, τάς ὁποίας τοῦτο ἠρύσθη ἐκ τοῦ ἀπό 28.10.1974 ἀπολογητικοῦ ὑπομνήματος τοῦ τότε Πειραιῶς κ. Νικολάου, καθώς καί ἐκ τῆς ἀντιφατικῆς καί ἀκύρου διά τήν Ἐκκλησίαν «ἀποφάσεως» 16-11/15/28.9.1971 τῆς Ρωσικῆς Συνόδου τῆς Διασπορᾶς, ἐξαιρέτως δέ τήν ὑπ' Α.Π. 3280/28.11.2007 ἐγκύκλιον τῆς ἐκκλησιομάχου ὁμάδος των, ὡς βδελύγματα τοῦ αἰωνίου ἀντιδίκου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του, ΟΜΟΦΩΝΩΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙ εἰς τό ΑΙΩΝΙΟΝ ΑΝΑΘΕΜΑ, τούς δέ πρωταιτίους κρίνει ὡς ἤδη ΠΕΠΤΩΚΟΤΑΣ ΚΑΙ ΕΞΩ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΝΤΑΣ.

 
* * *

 
ΕΠΙ ΤΗΣ Γ’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

 ΗΤΟΙ, ΕΠΙ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΥΛΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ, ΗΤΟΙ: 1) ΤΗΣ ΜΕ Α.Π. 3282/28.11.2007 ΠΡΑΞΕΩΣ - ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙ «ΚΑΘΑΙΡΕΣΕΩΣ» ΚΑΙ 2) ΤΗΣ ΜΕ Α.Π. 3298/7.8.2009 ΕΤΕΡΑΣ «ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ» ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ, ΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΚΟΥΤΖΙΔΗ ΠΡΑΞΕΩΣ - ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΩΝ, ΠΕΡΙ «ἀπογυμνώσεως ἀπό πάσης Ἱερατικῆς χάριτος καί Μοναχικῆς ἰδιότητος», ἀμφοτέρων δέ περί «Μεγάλου ἀφορισμοῦ καί στερήσεως καί τῆς ἰδιότητος τῶν Χριστιανῶν καί τεθέντας ἔξω τῆς Ἐκκλησίας»!

 Τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ἐπί τοῦ θέματος τούτου, ἔλαβεν ἰδιαιτέρως ὑπ' ὄψιν τάς ἀπό τό 1998-1999 κ.ἑ., ἐκφάνσεις τοῦ ἐκκλησιομάχου τούτου κινήματος τῶν ΝΙΚΟΛΑ.Ι.ΤΩΝ, ὅπως αὐτό προκύπτει ἐκ τοῦ περιεχομένου τῶν ἑκατέρωθεν ἐκδοθέντων καί δημοσιευθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων - ντοκουμέντων καί εἰδικώτερον:

 1) Τήν μέ Α.Π. 2891/28.10.1995 ΑΠΟΦΑΣΙΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ, (κατά τῆς μέ Α.Π. 2706/8.10.1993 Ληστρικῆς ἀποφάσεως τῶν πέντε σχισματοαιρετικῶν, διά τῆς ὁποίας εἶχον θέσει εἰς «ἐπ' ἀόριστον ἀργίαν» τόν π. ‘Αμφιλόχιον), μέ τήν ὁποίαν, (ἡ Ἱ.Σ.) ἀπεκατέστησεν ἀπολύτως τόν Πανοσ/τον Ἱερομόναχον π. Ἀμφιλόχιον ὡς Κανονικόν καί ὀρθόδοξον Κληρικόν. («Ο.Π.» Τόμος 11ος/2000 Α.Τ. 107 σελ. 122-123).

 2) Τήν σειράν τῶν ἄρθρων τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, τά ὁποῖα ἔγραψεν εἰς ἀπάντησιν σχετικῆς πλήν ψευδοῦς «ἀνακοινώσεως», διά τοῦ Κ.Γ.Ο. (μηνός Ἰουλίου 2000 κυκλοφορήσαντος τόν Ὀκτώβριον τοῦ 2000), ἐπί τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱ.Σ. τῆς Ἱ., τῆς 17ης Μαΐου 2000, καί ἰδιαιτέρως τό μέ Α.Π. 158/25.10. 2000 ἔγγραφον τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου, δι' οὗ καταγγέλλει ὡς ψευδές τό ἐν λόγω δημοσίευμα τοῦ «Κήρυκος», τό ὁποῖον καί ἀνεγνώσθη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀπεφασίσθη δέ ὅπως ταῦτα καί ἅπαντα τά συναφῆ ἐκδοθοῦν εἰς τόμους, εἰς τό ἄμεσον μέλλον, ὑπό τόν τίτλον «ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ», ὡς συνέχεια τῶν προηγηθέντων τοιούτων. («Ο.Π.» Τόμος 11ος/2000 Α.Τ. 106 σελ. 87-91, 120-133, 139-146). Ἐπίσης ἐκ τῶν προτέρων ἐλήφθη ὑπ' ὄψιν τό σχετικόν ἄρθρον τοῦ ἰδίου Μητροπολίτου, ὑπό τόν τίτλον «Ἕνα ἀπαράδεκτον δημοσίευμα τό ὁποῖον ἐχαρακτηρίσαμεν ὡς «ΣΑΠΡΟΝ ΚΑΡΠΟΝ»(*).

 Ἐξ ὅλων αὐτῶν τό Α.Σ.Δ. εὐχερῶς διεπίστωσεν, ἀφ' ἑνός μέν ὅτι τό ὅλον κίνημα τῶν Νικολαϊτῶν εἶχεν ὡς αἰτίαν καί ἀφορμήν τήν ὑπό τῶν ὀρθοδόξων Διακήρυξιν τῆς ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γεγονός τό ὁποῖον ἀποκλειστικῶς προεκάλεσεν τάς διώξεις καί σκευωρίας κατά ὀρθοδόξων, ἐν ταὐτῶ δέ προεκάλεσεν καί τήν ὑπό τῶν Νικολαϊτῶν παντελῆ κατάλυσιν τοῦ τε ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΘΕΣΜΟΥ καί τῆς ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ. Ἰδιαιτέρως τό Δικαστήριόν μας ἐπεσήμανεν τό γεγονός ὅτι, ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος ἀείποτε ἐπεδείξατο ἀληθῆ ἀγάπην καί ταπείνωσιν, ὅπως καί ὁ π. Ἀμφιλόχιος ἀλλά καί ὁ θεολόγος Ἐλευθέριος Γκουτζίδης. Αἱ προσκλήσεις καί παρακλήσεις των πρός διόρθωσιν ὅλων τῶν ἐκτροπῶν των, μέσω τῆς Κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, Ἱεραρχήσεως ὅλων τῶν θεμάτων ΠΙΣΤΕΩΣ καί ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ, ὡς καί πάσης φύσεως αἰτιάσεών των, ἵνα ἐπέλθη ἡ ἀγάπη καί διακηρυχθῆ ἡ Πίστις καί ὁμολογία ἐπί τῆς Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, δυστυχῶς οὐδέν ἔσχον κατά Θεόν ἀποτέλεσμα, ἀλλά καί τούς ἠνώχλουν μεγάλως!

 Ἐπίσης ἐλήφθη ὑπ' ὄψιν καί ὑπεγραμμίσθη ὅτι, ἐνῶ ἐφ' ὅλων αὐτῶν δέν ὑπῆρξεν ἡ παραμικρά ἀνταπόκρισις ὑπό τῆς ὁμάδος τῶν Νικολαϊτῶν, οὖτοι δέν ἐδίστασαν καί νά διαστρέψουν τά πάντα, ἀκόμη καί τάς δύο ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, τόσον τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου, ὅσον καί τῆς Μητροπολιτικῆς Συνόδου, ἀλλά καί τάς παρομοίας τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου καί τοῦ Πιστοῦ Πληρώματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου, ὑπό τήν αἰγίδα καί τάς εὐλογίας τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Παναρέτου, κατά τά ἔτη 2001, 2002 καί 2003! Αὗται τούς ἐκοινοποιήθησαν Κανονικῶς καί ἐζητήθησαν κρίσεις καί ὑποδείξεις, αὐτοί ὅμως τάς ΑΠΕΡΡΙΨΑΝ «ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ», διότι εἰς αὐτάς περιείχετο καί ἡ, κατ' αὐτούς, δῆθεν «ἀμάρτυρος», «καινοτομία», «κακοδοξία», καί «ἐκκλησιολογική καί τριαδολογική Παπική - Οἰκουμενιστική αἵρεσις», τοῦ θεολόγου Ἐλ. Γκουτζίδη, τήν ὁποίαν ὅμως ποτέ δέν κατενόησαν, πολλῶ δέ μᾶλλον δέν ἀπέδειξαν τήν κατηγορίαν των, ἐπί τῆς ὁποίας ὅμως ἐστήριξαν τάς σκευωρίας των, καί ἐν προκειμένω ὅλας τάς περί «ἀργιῶν» «καθαιρέσεων», «ἀφορισμῶν» καί λοιπάς ἀκατανοήτους, πλήν μέχρι βαρβαρότητος τολμηρῶν πράξεών των!

 ΕΙΔΙΚΩΤΕΡΟΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΥΠ' Α.Π. 3282/28.11.2007 «ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ» των, «Περί καθαιρέσεως» τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου, ὑπό τῶν ἤδη Κανονικῶς καί κατ' ἀπόλυτον ὀρθόδοξον συνέπειαν καί ἐπιταγήν ΑΠΟΚΕΚΗΡΥΓΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ ἐκ τῶν Διπτύχων τῆς Ἐκκλησίας Νικολαϊτῶν, ὑπό τοῦ ἰδίου τοῦ Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κηρύκου, («Ο.Π.» Τόμος 2005, σελ. 195-221), ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ:

 - Ἡ ἐν λόγω (ὑπ' Α.Π. 3282/2007) «ἀπόφασις» ἐξεδόθη ὑπό ὁμάδος ΠΕΠΤΩΚΟΤΩΝ πρώην ἐπισκόπων, ὡς ἐπιβούλων καί ἐχθρῶν κατά τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δέν πρόκειται ἐν προκειμένω κἄν περί «Συνοδικῆς ἀποφάσεως,» ἔστω καί ἀντικανονικῶς προελθούσης, (τήν ὁποίαν θά ἔδει τό Δικαστήριόν μας νά ἀντιμετωπίση ἀπό πάσης ἀπόψεως καί πάντως ἀπό Κανονικῆς καί Ὀρθοδόξου), ἀλλά σαφῶς πρόκειται περί μιᾶς «ἀποφάσεως σαθρᾶς συμμορίας», (Τριώδιον Β’ Κυριακή Η’ ὠδή) ὅπως ἐπιτυχῶς χαρακτηρίζονται ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου ὑμνολογίας τά τοιαῦτα «Καϊαφικά συνέδρια». Ἐν προκειμένω τό συγκροτηθέν κατά τήν 28ην Νοεμβρίου 2007 ὑπό ΕΚΠΕΣΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΚΗΡΥΓΜΕΝΩΝ ψευδεπισκόπων «πονηρόν συνέδριον», συνεκροτήθη καί ἐλειτούργησεν ὡς πειθήνιον ὄργανον ὅλων τῶν ξένων κέντρων.

 Ἑτέρωθεν τήν «ἀπόφασίν» των, τήν ὁποίαν μή ἔχοντες ἀληθῆ κατηγορίαν, διενοήθησαν νά στηρίξουν ἀποκλειστικῶς καί μόνον ἐπί τῆς ψευδοκατηγορίας των περί δῆθεν «ἀμαρτύρου» κ.λπ., καί τήν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνουν - ἀναμασοῦν ὀκτώ φοράς, ἤτοι, εἰς ὅλας τάς παραγράφους τοῦ κατηγορητηρίου των, (παράγρ. α’ ἕως η’), καί διά τόν λόγον αὐτόν προκύπτει, ΑΚΥΡΟΣ διά τόν καθ' οὗ ἐξεδόθη, διά τούς ἰδίους δέ ἀπέβη καί ἐσχάτη βαρυτάτη Ἱεροσυλία, ἡ ὁποία παρήγαγεν βαρύτατον ἀδίκημα τόσον ἀπό Κανονικῆς - ἐκκλησιαστικῆς ὅσον καί Νομικῆς ἀπόψεως, διότι  ἐν τέλει πρόκειται περί ἄκρως Ἱεροσύλου «θεάτρου» μέ θέμα τά Ἱερά καί Ὅσια τῆς Ἐκκλησίας!

 Εἰς τήν ὑπό στοιχεῖον θ’ κατηγορίαν των, ἐπικαλοῦνται τό γεγονός, καθ' ὅ, ἐνῶ ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος δέν ἀνεκάλεσεν καί δέν ἀπεκήρυξεν τήν δῆθεν «ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΠΕΡΙ ΑΜΑΡΤΥΡΟΥ», ὁ ἵδιος τήν 17ην Ἰουνίου 2005, «ΕΠΕΔΩΚΕΝ πρός τήν Συνεδριάζουσαν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας», τό ὑπ' Α.Π. 390/16.6.2005 ἔγγραφον, διά τοῦ ὁποίου ΔΙΕΚΟΨΕΝ ΠΑΣΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ πνευματικήν καί τούς ΑΠΕΚΗΡΥΞΕΝ ὡς ἀπροκαλύπτως ἐπιβουλευομένους τήν ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ καί ἐκκλησιομαχοῦντας. Ἐπίσης ἀναφέρουν ρητῶς καί ὅσα σχετικῶς ἐδήλωσεν αὐτοῖς ἐν τοῖς ὑπ' Α.Π. 384/12.2.2005 καί 385/14.5. 2005 προηγουμένοις ἐπισήμοις ἐγγράφοις του, καί ΔΙΕΓΡΑΨΕΝ τά ὀνόματα αὐτῶν ἐκ τῶν Διπτύχων τῆς Ἐκκλησίας. ἐν προκειμένω ὅμως, μέ τό ὑπ' Α.Π. 390/16.6.2005 ἠτιολογημένον καί ἀπολύτως Κανονικόν ΑΠΟΚΗΡΥΚΤΗΡΙΟΝ ἔγγραφόν του, ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος δέν προεκάλεσεν σχίσμα, πολλῶ δέ μᾶλλον δέν ἐξῆλθεν τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ' ΟΝΤΩΣ ἐξῆλθεν τῆς πονηρᾶς συναγωγῆς των, ὅπως ἀκριβῶς ἐξῆλθον καί οἱ Πατέρες μας τό 1924 ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ πονηρευομένου Παπικοῦ καί Οἰκουμενιστικοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, τό 1937 ἐκ τοῦ ὁμοίου πλήν περισσότερον ὑπούλου, Φλωρινικοῦ - Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί τό 1995 ἐκ τῆς σχισματοαιρέσεως τῶν πέντε! Τό Α.Σ.Δ., ἐν προκειμένω πρωτίστως διακρίνει καί καταγγέλλει τόν ἕνα καί διαχρονικόν διώκτην τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἀρχήν τοῦ παρελθόντος 20οῦ αἰῶνος, καί αὐτός εἶναι ὁ Νεοημερολογιτικός καί Παλαιοημερολογιτικός Οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος κατά τά τελευταῖα 15 ἔτη ἐνεργεῖ διά τῶν Νικολαϊτῶν! Παρά ταῦτα ἐπισημαίνει καί τό γεγονός ὅτι ἐνῶ ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΗΤΙΟΛΟΓΗ­ΜΕΝΩΣ, μᾶλλον καί ἐπιβεβλημένως προέβη εἰς τήν ἀποκήρυξίν των, ὅμως καί ἐν τῆ ἰδία τῆ ἀποκηρύξει, ἀλλά καί κατόπιν, ὡς ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας, εὐγενῶς τούς παρακαλεῖ νά συμβάλουν «ὅπως μᾶς εὐσπλαχνισθῆ ὁ Κύριος, ὥστε νά μή χρονίση οὗτος ὁ χωρισμός, ἀλλά νά εὐδοκήση ὅπως, δημιουργηθησομένων τῶν Κανονικῶν προϋποθέσεων, ἐπανέλθη ἡ ἐν ἀγάπη καί ἀληθεία ἐν τῆ Γνησία ὀρθοδόξω Ἐκκλησία ἑνότης ὅλων καί καταισχυνθῆ τό βδέλυγμα τοῦ Πα­λαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ». («Ο.Π.» Τόμος 2005 σελ. 195-221). Τό Δικαστήριον χαρακτηρίζει ὡς μνημειώδη καί τήν μέ Α.Π. 401/26.10.2005 ΕΚΚΛΗΣΙΝ - ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΝ, τοῦ Μητροπολίτου, (Αὐτόθι, σελ. 403-412), πλήν ὅμως ἡ ἀγάπη καί ἡ εἰλικρίνειά του καί πρό πάντων ἡ καταγραφή τῶν θεμάτων Πίστεως, τά ὁποῖα καί μετά τήν ἀποκήρυξίν των καταγράφει ὡς τάς μοναδικάς αἰτίας τῆς ἀποκηρύξεώς των, ἰδιαιτέρως δέ ἡ ἀντιμετώπισίς των, κατά τήν Κανονικήν Τάξιν καί τήν ὀρθοδοξίαν, ἡ ὁποία θά ἐπαναφέρη τόν σύνδεσμον καί τήν ἐν Ἁγίω Πνεύματι ἑνότητα ἐν τῆ Ἐκκλησία, τούς προεκάλεσεν καί ὀργήν!

 Συνεχίσας ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος τήν ἐν τῶ ἰδίω πνεύματι ἀγάπης καί ἀληθείας ἀντιμετώπισίν των, καί μετά τήν μέ Α.Π. 3282/28.1.2007, ἐξ ἀπογνώσεως ψευδοκαθαίρεσίν του ὑπό τῶν Νικολαϊτῶν, καί κατανοῶν ὅτι δι' αὐτῆς τῆς πράξεώς των, ἀποκλειστικῶς πλήν ματαίως ἐστόχευσαν εἰς τήν «διακοπήν» καί ἐξάλειψιν τῆς ΓΝΗΣΙΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ, θέσουν δέ καί «κώλυμα», πρός περαιτέρω μετάδοσιν αὐτῆς, ὑπό τοῦ ἰδίου Μητροπολίτου, (ὡς δῆθεν καθηρημένου), ἤδη ἅμα τῆ εἰσόδω τοῦ σωτηρίου ἔτους 2008, ἡ ἐπίσης διωκομένη καί ἐν ἀφανεία οὖσα τοπική Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, ἡνώθη ἀπολύτως Κανονικῶς καί ὀρθοδόξως, ἤτοι, ΕΝ ΑΓΑΠΗ, ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ μετά τῶν Τοπικῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Κύπρου! Τό γεγονός αὐτό καί ἡ χάριτι καί εὐδοκία Χριστοῦ, προκύψασα παρουσία ἀπολύτως ὀρθοδόξων ἐπισκόπων, προεκάλεσεν ΠΑΝΙΚΟΝ, εἰς ὅλα τά κέντρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἵσως πολύ μεγαλύτερον ἐκείνου, τοῦ κατά τό 1935 καί 1948! Τέλος, ὅλως ἐξαιρέτως τό μέ Α.Π. 498/2.15.2009 Κατηγορητήριον καί ἡ τριττή Κανονική καί Νομότυπος Κλήτευσίς των, τούς ἔφερεν εἰς κατάστασιν ἀπογνώσεως.

 Ἐν προκειμένω τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ἀναγνῶσαν καί ἅπαντα τά τελευταῖα ἔγγραφα τά δημοσιευθέντα εἰς τήν «Ο.Π.» (Α.Τ. 188 Ἰούλιος - Αὔγουστος 2009 σελ. 291-314), ἤτοι: τό μέ Α.Π. 516/4.8.2009 (π.ἡ.) ἔγγραφον τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, ἐν τῶ ὁποίω περιέλαβεν καί τήν μέ Α.Π. 3297/31.7.2009 ἐπιστολήν τοῦ πρ. Πειραιῶς Νικολάου, τήν «κατ' ἐντολήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου» του ὑπογραφομένην ὑπό τοῦ «Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Τσαρκατζόγλου», ὡς ἀπάντησιν ἐπί τῆς μέ Α.Π. 512/20.6.2009 Γ’ Κλήσεως πρός ἀπολογίαν καί Δίκην των, κατά τήν 8ην Αὐγούστου (π.ἡ.) ἡμέραν Παρασκευήν, καί τέλος τό μέ Α.Π. 317/6. 8.2009 (π.ἡ.) ἀλλοπρόσαλλον ἔγγραφον τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου, ἐξ οὗ προκύπτει ὅτι καταφανῶς ἤλλαξαν τά σχέδιά των πρό τῆς βεβαίας καθαιρέσεώς των καί δεδομένου ὅτι δέν τούς ἐκάλυπτεν ἡ μέ Α.Π. 3282/28.11.2007, ψευδοκαθαίρεσίς των κατά τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου, προέβησαν εἰς τήν ὡς ἄνω ἀναφερθεῖσαν 3298/7.8.2009 «ἀπόφασίν των». Δι' αὐτῆς πλήν ἄλλων, ἀποφασίζουν καί περί τῆς «ἀπογυμνώσεώς του ἐκ τῆς μοναχικῆς του ἰδιότητος...», ὡς καί τόν «παντελῆ ἀφορισμόν, τοῦ μοναχοῦ Κηρύκου Κοντογιάννη, καί τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη...». Ταῦτα δέ διότι, ὡς σημειώνουν εἰς τό διατακτικόν τῆς ἀποφάσεώς των:

 1) Ὁ «καθαιρεθείς καί εἰς τήν τάξιν τῶν μοναχῶν τεθείς» μέ τήν 2382/28. 11.2007 ψευδοαπόφασίν των, συνέχισεν νά ἐνεργῆ ὡς ἐπίσκοπος καί τό μεῖζον, ὅπερ τούς ἠνώχλησεν, ἦτο ὅτι πρός τούς ἰδίους ἐπεδείξατο ἀγάπην, ταπείνωσιν ἀλλά καί τούς ἔφερεν πρό ἀδιεξόδου μέ τό αἵτημα περί Κανονικῆς Συνόδου καί σεβασμοῦ εἰς τά θέματα τῆς Πίστεως. (Ἔγγραφα ὑπ' Α.Π. 331/31.8.2003 καί Α.Π. 401/26.10.2005).

 2) Ἐπιμένει εἰς τήν «Τριαδολογικήν καί ἐκκλησιολογικήν Καινοτομίαν περί τῆς κοινωνίας καί ἑνότητος τῶν τριῶν θείων Προσώπων ὡς πρώτης ἀνάρχου Ἐκκλησίας», περί τῆς ὁποίας ὅμως, ἐνῶ τούς ἀπεδείχθη ὅτι δέν προσκρούει οὐδαμοῦ ἀλλά καί συνάδει τῆ ὀρθοδόξω ἐκκλησιολογία καί Τριαδολογία, οὗτοι ποτέ δέν ἀπέδειξαν τήν κατηγορίαν των, διότι εἶναι καταφώρως ψευδής καί σκόπιμος.

 3) Συνέπραξεν «ἀσεβῶς καί Ἱεροσύλως» μετά τῶν ἐπισκόπων τῆς ἐν Ρουμανία Ἐκκλησίας, «προέβη εἰς χειροτονίας νέων ἐπισκόπων καί συγκαλεῖ καί συνεδριάζει πλέον ὡς Πανορθόδοξος Σύνοδος».

 4) Ἐπιδεικνύει «Ἄρνησιν καί ἐσχάτην πτῶσιν ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, ἀλλά καί βλασφημίαν κατά τῆς ἀποστολικῆς Διαδοχῆς...»(!!!), ὅπερ, κατά τό Α.Σ.Δ., ἀποτελεῖ καθαρά παραφροσύνη βαρυτάτης μορφῆς!

 5) «Καλεῖ εἰς «ἀπολογίαν» καί δίκην αὐτούς, οἱ ὁποῖοι «διασφαλίζουν» τήν ἀποστολικήν Διαδοχήν καί συνεχίζουν τήν ἀκαινοτόμητον πίστιν»!!!

 6) «Ἀποκρύπτει στοιχεῖα καί γεγονότα, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τήν ἐξ ἀρχῆς ἀντιμετώπισιν αὐτοῦ ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου... ἐπίκλησιν προσχηματικῶν λόγων διά τῶν ὁποίων ἐπεχείρησεν νά δικαιολογήση τήν ἐκ μέρους αὐτοῦ ἀντικανονικήν διακοπήν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου...»!!!

 7) «Συγκροτεῖ» Συνοδικόν Δικαστήριον καί τούς καλεῖ εἰς ἀπολογίαν καί δίκην, ἐνῶ οἱ ἐπίσκοποι αὐτοί (σ.σ. τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου), δέν εἶναι Κανονικοί καί δέν νομιμοποιοῦνται διότι προέρχονται ὑπό τοῦ «Καθηρημένου» δηλαδή ἀπό τόν Μητροπολίτην Κήρυκον».

 8) Ὁ Ἐπίσκοπος Κήρυκος καί ὁ θεολόγος Ἐλευθέριος Γκουτζίδης ἀποσποῦν τούς πιστούς ἐκ τῆς ὁμάδος των, διό αἰσθάνονται «τήν ἀνάγκην διαφυλάξεως καί προστασίας τῶν πιστῶν ἀπό τήν ἀπάτην καί διαβολήν ἐπιβούλων καί πολεμίων τῆς Ἐκκλησίας...»!!!

 Ἅπαντα τά ἀνωτέρω ἐνῶ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ τούς ὄντως ἐν πανικῶ παραλογισμούς των, ἀλλά καί τήν ἀμετανοησίαν των, κρίνονται ὡς παντελῶς ἄσχετα δι' οὕς ἀναφέρονται, ἤτοι, τόν Μητροπολίτην κ. Κήρυκον καί τόν θεολόγον Ἐλευθέριον Γκουτζίδην, ἐνῶ δι' ὅλης τῆς σειρᾶς τῶν ἀδιανοήτων «κατηγοριῶν» των, μαρτυρεῖται τό ἀδιέξοδόν των ἤ ἐνδεχομένως κάποια ὑστερο­βουλία, δεδομένου ὅτι τό κείμενόν των μέ Α.Π. 3298/7.8.2009 (π.ἡ.), ἐκοινοποιήθη ἀνυπόγραφον ὑφ' ὅλων τῶν «συνοδικῶν», τό ὑπογράφει δέ μόνον ὡς «Λαρίσης καί Τυρνάβου», ὁ ὑπό Κανονικήν ἀργίαν τελῶν Ἰγνάτιος Δάσσιος(!), γεγονός τό ὁποῖον δέν παραβλέπει τό Δικαστήριόν μας.

 Κατόπιν ὅλων αὐτῶν τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ λαβόν ὑπ' ὄψιν καί τόν ΣΤ’ Κανόνα τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔχοντα οὔτω: «ἐπειδή πολλοί τήν ἐκκλησιαστικήν εὐταξίαν συγχεῖν, καί ἀνατρέπειν βουλόμενοι φιλέχθρως καί συκοφαντικῶς, αἰτίας τινάς κατά τῶν οἰκονομούντων τάς Ἐκκλησίας ὀρθοδόξων ἐπισκόπων συμπλάσσουσιν, οὐδέν ἕτερον, ἤ ἀχρειαίνειν τάς τῶν Ἱερέων ὑπολείψεις, καί ταραχάς τῶν εἰρηνευόντων λαῶν κατασκευάζειν ἐπιχειροῦντες κ.λπ.»., ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ὅτι δέν ἔχει νά ἀντιμετωπίση ἐξ ἀντικειμένου ὑπαρκτάς Κανονικάς ἤ ἀντικανονικάς ἀποφάσεις, ἀλλά κενάς, δαιμονιώδεις τοιαύτας ὡς αἱ μέ Α.Π. 3282/28.11.2007 πρώτη «ἀπόφασίς» των, ὡς καί ἡ νεωτέρα μέ Α.Π. 3298/7.8.2009, ὅμως ΔΙΑ ΤΥΠΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ἀμφοτέρας, κηρύσσει ἀπολύτως ΑΚΥΡΟΥΣ, ὡς παντελῶς ἐκτός καί πέραν πάσης ἐννοίας Κανονικῆς Τάξεως καί ὀρθοδοξίας, μέ ψευδές καί πλασματικόν Κατηγορητήριον, ἐξαιρέτως δέ ὡς «ἀποφάσεις» Ἱεροσύλου - ἐκκλησιομάχου σκοπιμότητος, τάς ὁποίας ἔλαβον ΑΠΟΚΕΚΗΡΥΓΜΕΝΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑ­ΧΟΙ, ΒΛΑΣΦΗΜΟΙ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ, διό, δι' ὅλους τούς ὡς ἄνω λόγους, ἀμφοτέρας ΜΕΤΑ ΒΔΕΛΥΓΜΙΑΣ ΑΠΟΚΗΡΥΣΣΕΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙ ΕΙΣ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟΝ ΑΝΑΘΕΜΑ.

 
* * *

ΕΠΙ ΤΗΣ Δ’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΗΤΟΙ, ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΟΣ ΠΡΑΞΕΩΝ - ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΥΠ' Α.Π. 13/26.3.2006 «ΠΕΡΙ ΑΡΓΙΑΣ» ΚΑΙ 3285/22.4.2008 «ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΙΡΕΣΕΩΣ» ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣ/ΤΟΥ ΙΕΡ/ΧΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΤΑΜΠΟΥΡΑ

 Τό Ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον ἐπί τοῦ θέματος τούτου, λαβόν ὑπ' ὄψιν:

 α) Τάς ἀπό 22.9.1998 καί 11/24.12.1998 «αὐστηρῶς προσωπικάς, ἐμπιστευτικάς ἐπιστολάς τοῦ Ἱερομ. ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ πρός τούς τότε Σεβασμιωτάτους ἀρχιερεῖς, δι' ὦν παρεμβαίνει ὑπέρ τῆς ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ.

 β) Τούς ἀπό 2000 καί 2008, Α’ καί Β’ Τόμους τῶν «ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ  ΘΕΜΑΤΩΝ», εἰς τούς ὁποίους περιελήφθησαν ἅπαντα τά σχετικά ἔγγραφα ἐπί τοῦ θέματος καί

 γ) Τάς μέ Α.Π. 13/26.3.2006 καί Α.Π. 3285/22.4.2008 «ἀποφάσεις» τοῦ πρώην ἀργολίδος Παχωμίου Ἀργυροπούλου, δι' ὦν οὗτος διενοήθη καί ἐπεχείρησεν τάς κατά τοῦ Ἱερομονάχου «ποινάς» περί «ἀργίας» καί «καθαιρέσεως» ἀντιστοίχως, συσκεψάμενον ἐν Ἁγίω Πνεύματι, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ:

 Ὁ Πανοσ/τος Ἱερομόναχος Ἀμφιλόχιος Ταμπουρᾶς, παρεμβάς πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον μέ τάς ἀπό 22.9.1998 καί 11/24.12.1998 ἐπιστολάς του, ἐζήτησεν ὅπως, μετά τήν σχισματοαίρεσιν τῶν πέντε, ἡ ὁποία ἐκλυδώνισεν τήν Ἐκκλησίαν, διακηρυχθῆ Συνοδικῶς ἡ ΟΜΟΛΟΓΙΑ – ΕΚΚΛΗΣΙΟ­ΛΟΓΙΑ, ἀλλά καί ἡ ἀδιάκοπος καί γνησία ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ τῶν ἐπισκόπων καί Πρεσβυτέρων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ΠΑΡΕΝΕΒΗ ἀπολύτως Κανονικῶς, ὡς ἔχων αὐτό τό δικαίωμα, ἀλλά καί τό καθῆκον ὡς Ὀρθόδοξος Κληρικός.

 Ἡ παρέμβασίς του αὕτη, ἀλλά καί τά ἀκολουθήσαντα ὑπέρ πεντήκοντα σχετικά ἔγγραφα καί ἀπολογητικά κείμενά του, ἐπ' οὐδενί δύνανται νά χαρακτηρισθοῦν ὡς δῆθεν «ἀσεβής παρέμβασις εἰς τά τῆς Συνόδου»!, ἀλλ' ὡς χρέος καί καθῆκον Ὀρθοδόξου Κληρικοῦ. Δυστυχῶς ὅμως ζητήσας ὁ Πανοσιολ/τος Ἱερ/χος τήν Συνοδικήν Διακήρυξιν τῆς Ὁμολογίας κ.λπ., ἔθεσεν εἰς δεινήν δοκιμασίαν τά ἀπό 1996 καί 1997 συνεχιζόμενα σχέδια περί ἑνώσεως μετά τῶν Φλωρινικῶν, [μέ τήν προϋπόθεσιν τῆς δῆθεν «χειροθεσίας»(!)], καθώς καί τό σχέδιον νά ἀθωωθοῦν καί δικαιωθοῦν οἱ πέντε σχισματοαιρετικοί, «τούς ὁποίους θά ἀνελάμβανον οἱ Φλωρινικοί νά ἐπαναφέρουν ὀπίσω καί οὕτω ἐκλείψη τό σχίσμα των»!Αὐτοί οἱ λόγοι, ὅπως προκύπτει ἐκ τῆς πληθύος τῶν ἐγγράφων(*), ἔλαβον τεραστίας διαστάσεις καί διαφωτίζουν πλήρως τό ὅλον κίνημα τῶν Φλωρινικῶν, τῶν ἐγκαθέτων των καί τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὡς ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Τοῦτο ἐκορύφωσαν οἱ Νικολαΐται μέ τήν ὑπ' Α.Π. 3280/28.11.2007, ἤδη ὑπό τοῦ ἀνωτάτου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου μας ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΘΕΙΣΑΝ «Ἐγκύκλιόν» των. Ἐξαιρέτως δι' αὐτῆς ἀναμφισβη­τήτως προέκυψαν ὡς οἱ πλέον ἀσεβεῖς, βλάσφημοι, Ἱερόσυλοι, ΨΕΥΤΑΙ καί ΠΛΑΝΟΙ πρωτίστως κατά τῆς Ἐκκλησίας καί κατόπιν καί κατά τοῦ Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου, τοῦ ὁποίου τό 'ῆθος καί τόν ὁμολογιακόν ζῆλον, ἡ Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος καί ὡς ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστή­ριον, ἐκτιμᾶ καί περιτειχίζει, ἵνα οὗτος, χάριτι Χριστοῦ, διατηρήση μέχρι τέλους αὐτόν τόν ὁμολογιακόν ζῆλον, ἀδιαφορῶν δι' οἱασδήποτε καί εἰς τό μέλλον διώξεις του κ.λπ., εὕρη δέ μιμητάς καί ἄλλους Κληρικούς, Μοναχούς καί Ἁπλοῦς Πιστούς.

 Τάς κατά τοῦ ἰδίου Ἱερομονάχου «ἀποφάσεις» τοῦ πρ. «Ἀργολίδος» Παχωμίου μέ Α.Π. 13/26.3.2006 καί Α.Π. 3285/22.4.2008 περί «ἀργίας» καί «καθαιρέσεως» ἀντιστοίχως, καί ταύτας, ΚΗΡΥΣΣΕΙ, ἀπολύτως ΑΚΥΡΟΥΣ ὡς πράξεις χειρίστης σκοπιμότητος ἔξω καί πέραν πάσης Κανονικῆς Τάξεως καί ὀρθοδοξίας καί ὡς ἐκ τούτου ΟΥΔΕΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ – ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΝ ΕΡΓΟΝ παραγαγούσας καθ' οὗ ἐξεδόθησαν, σκοπούσας δέ ἵνα «φιμώσουν» τόν Ἱερομόναχον, τόν «ἀφανίσουν» καί εὐθύνουν τήν ὁδόν τῆς προδοσίας, τῆς ὁποίας, κατ' αὐτούς, «τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» ἐπῆλθεν τήν 28ην Νοεμβρίου 2007.

 Αἱ ὡς ἄνω πράξεις, καίτοι διά τόν καθ' οὗ ἐξεδόθησαν εἰσιν ΑΚΥΡΟΙ, διά τόν ἐκδόσαντα (ἤ ἐκδόσαντας) ὅμως ταύτας, ἀποτελοῦν ἐσχάτην πραγματικήν Ἱεροσυλίαν, ἀφοῦ δι' αὐτῶν ἠσέβησεν κατά τῆς Ἱερωσύνης τοῦ Ἱερομονάχου καί περαιτέρω κατά τῆς ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ καί τῆς ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ, ἅτινα διακρατεῖ ἡ ἀνά τόν Κόσμον Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.

 Ἐπί τούτοις, τό ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον, ἐκ τῶν προτέρων λαμβάνει ὑπ' ὄψιν καί τήν ἀπό Φεβρουαρίου 2005 ἀντικανονικήν καί Ληστρικήν εἰσπήδησιν τοῦ πρώην Ἀργολίδος Παχωμίου, εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Λαρίσης καί Τυρνάβου καί τάς συλλαγωγίας του τόσον κατά τῆς πενταμελοῦς ἐν Ραψάνη Πυργετοῦ Λαρίσης ἀδελφότητος τῶν «Ἁγίων Ἀποστόλων – Τιμίου Σταυροῦ», ὅσον καί τοῦ πληρώματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου, τό ὁποῖον ἔσχισεν.

 Εἰδικώτερον δέ ἐπί τῆς κατηγορίας (μέ ἀριθμόν 5 τοῦ Γ’ μέρους τοῦ Κατηγορητηρίου) τῆς ἀφορώσης εἰς τήν ὡς «κλέπτου καί ληστοῦ» εἰσπήδησιν τοῦ πρ. «Ἀργολίδος» Παχωμίου ἀργυροπούλου, ὑπό τό πρόσχημα τοῦ δῆθεν Τοποτηρητοῦ, εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Λαρίσης, ἤδη ὄντος ΑΠΟΚΕΚΗΡΥΓΜΕΝΟΥ (Α.Π. 390/16.6.2005), τό Συνοδικόν Δικαστήριον λαβόν ὑπ' ὄψιν καί ὅτι:

 1) Ὁ ἀπό 2006 διορισμός τοῦ κ. Παχωμίου ὡς «Τοποτηρητοῦ» εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Λαρί­σ­ης καί προηγουμένως ἡ παῦσις τοῦ προηγουμένου «Τοποτηρητοῦ», ἤτοι, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, ἔλαβον χώραν ὑπό ἀντικανονικῆς, βλασφήμου καί ἐκκλησιομάχου Συνόδου, ἡ ὁποία τήν 5.2.2003 εἶχεν ἀναγκάσει εἰς ἀντικανονικήν, σκόπιμον καί Ἱερόσυλον παραίτησιν τόν ἔχοντα ὑγιεῖς τάς φρένας ἀρχιεπίσκοπον ἀνδρέαν, καί τοῦτο ἀποκλειστικῶς ἵνα καταλάβη τήν θέσιν αὐτοῦ ὁ ἀπό πάσης ἀπόψεως ἀπαράδεκτος καί πάντως χειροθετημένος κατά τό 54/76 Ἀπαλλακτικόν του Βούλευμα, Νικόλαος. Ὅθεν ὁ κ. Παχώμιος οὐδέποτε ὑπῆρξεν Κανονικός Τοποτηρητής, διό καί ποτέ δέν ἀνεγνωρίσθη ὑπό τοῦ πληρώματος(Κλήρου καί Λαοῦ), τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης.

 2) Καί ἄν ἀκόμη ἦτο κατά  πάντα Κανονικός καί κατά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιαστικήν τάξιν καί δεοντολογίαν διορισμένος Τοποτηρητής, καί πάλιν δέν θά εἶχεν καμμίαν Ἁρμοδιότητα ἐπί τῆς Μητροπόλεως, ἤτοι νά ἀντιμετωπίζη τοιούτου εἵδους θέματα, πλήν μόνον τρεχούσης φύσεως διοικητικά, ψιλῶ δέ ὀνόματι νά μνημονεύεται τό ὄνομά του εἰς τάς Ἱεροτελεστίας.

 3) Παρά ταῦτα ἐπειδή, ὡς ἐκ τῶν γεγονότων προέκυψεν, σκοπίμως ὁρισθείς «Τοποτηρητής» ὁ κ. Παχώμιος, εἶχεν ἀναλάβει τήν ὑποχρέωσιν νά συλλαγωγήση ἐπί τῆς ὑπό τόν π. Ἀμφιλόχιον 5μελοῦς ἀδελφότητος, ἀλλά καί ἐπί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης, δέν ἐδίστασεν νά ὑφαρπάση Ἁρμοδιότητας, τάς ὁποίας ἀκόμη καί Κανονικός Μητροπολίτης καί Σύνοδος δέν ἔχουν! Οὕτω τόν ὑπό ἀργίαν τελοῦντα Ἱερομόναχον Ἰγνάτιον(*), ἀπέσπασεν ἀπό τόν Πνευματικόν καί Γέροντά του, ἤτοι, τόν π. ἀμφιλόχιον, ἠγνόησεν τήν κατ' αὐτοῦ ἀργίαν καί διά νά ἐνισχύση τό προδοτικόν κίνημά των, ἀντικανονικῶς, ἤτοι ἐπί παραβάσει τοῦ ΛΒ’ ἀποστολικοῦ Κανόνος ἔχοντος οὕτω: «Εἵ τις πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος ὑπό ἐπισκόπου γένηται ἐν ἀφορισμῶ, τοῦτον μή ἐξεῖναι παρ' ἑτέρου δεχθῆναι, ἀλλ' ἤ παρά τοῦ ἀφορίσαντος αὐτόν^ εἰ μή ἄν κατά συγκυρίαν τελευτήση ὁ ἀφορίσας αὐτόν ἐπίσκοπος» καί πάντως ἀπολύτως ἀντιδεοντολογικῶς ἀπό πάσης ἀπόψεως, εἰς μηδενικόν χρόνον, τόν κατέστησεν «ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΟΝ» «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΝ» «ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΝ» καί «ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ»!!

 Οὕτως ἱεροσυλήσας τήν ἐσχάτην ἰεροσυλίαν κατά τοῦ ἐν ἀργία ὅντος νεαροῦ Ἱερομονάχου, καί προκαλέσας διπλοῦν σχίσμα, ἤτοι, καί εἰς τήν ἀδελφότητα τῶν Ἁγίων ἀποστόλων - Τιμίου Σταυροῦ Ραψάνης Λαρίσης καί εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Λαρίσης καί Τυρνάβου, σκοπός του 'ῆτο νά σβήση ἕναν ἀνατέλλοντα φάρον τῆς ὀρθοδοξίας, καί καταστήση τό Ἱερόν Ἡσυχαστήριον κέντρον βλασφημίας κατά τε τῆς ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καί τῆς Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

 Σχετικῶς δέ μέ τόν προελθόντα ἐκ τῶν Νικολαϊτῶν ὡς ἐπίσκοπον «Φαναριοφαρσάλων» καί κατόπιν, διά τοῦ ἐπαράτου μεταθετοῦ, ὡς «Λαρίσης καί Τυρνάβου» Ἰγνάτιον Δάσσιον, τό Α.Σ.Δ. ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν:

 α) Τήν ἀπό πολύ ἐνωρίς ἔνταξίν του εἰς τό ἐκκλησιομάχον κίνημα τῶν Νικολαϊτῶν καί ἰδιαιτέρως τήν ἀπό 2004 ὅλως ἀήθη πράξιν του νά ὑποκλέψη τήν ὑπογραφήν τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου Παναρέτου, διά τοῦ ὑπ' Α.Π. 72/20.10.2004 ἐγγράφου, διά νά τόν ἐμφανίση ὡς δῆθεν ὑπέρμαχον τῶν θέσεων καί πράξεων τοῦ πρ. Πειραιῶς Νικολάου καί τῶν συμπορευομένων του, γεγονός, τό ὁποῖον ἀποτελεῖ πνευματικήν ἀσέλγειαν ἀφ' ἑνός ἀσθενοῦς καί προβεβηκυίας ἡλικίας ἐπισκόπου († 22.11.2004), τόν  ὁποῖον ὅμως ἡ θεία χάρις δέν ἐγκατέλειψεν, διότι κατανοήσας τήν ἀπάτην τοῦ Ἱερομονάχου Ἰγνατίου, ἀνεκάλεσεν τήν ὑπογραφήν του διά τοῦ ἀμέσως ἀκολουθήσαντος ὑπ' Α.Π. 72Α/21.10.2004 ἑτέρου ἐγγράφου του.

 β) Τό γεγονός ὅτι Ἱερ/χος Ἰγνάτιος, ὡς ἀρχηγός τῆς ἀνταρσίας εἰς τό Ἱ. Ἡσυχαστήριον Ἁγίων Ἀποστόλων - Τιμίου Σταυροῦ καί καθοδηγητής τῶν δύο συμμοναζόντων του, Ἱεροδιακόνου Βαρθολομαίου καί Μοναχοῦ Ἀγαθαγγέλου, τούς παρέσυρεν μαζί του καί τούς ἔθεσεν ὑπό τόν βλάσφημον καί αἱρετικόν Νικόλαον, προκειμένου νά «βαπτισθοῦν», «ἱερωθοῦν», «ἐπισκοποποιη­θοῦν» καί ἐν γένει βραβευθοῦν μέ ὑψηλά ἀξιώματα, ὡς ἀντιμισθίαν των, διά τάς κατά τοῦ Γέροντος καί Πνευματικοῦ των π. Ἀμφιλοχίου ἀνταρσίας, προδοσίας τῆς Πίστεως - Ὁμολογίας καί ἀποστασίας των, καί

 γ) Τό γεγονός ὅτι ὁ φερόμενος ὡς «Λαρίσης καί Τυρνάβου» Ἰγνάτιος Δάσσιος, διά δύο ἀλλεπαλλήλων ἀγωγῶν προσέφυγεν εἰς τά ἀστικά Δικαστήρια κατά τοῦ ἐπισκόπου Κηρύκου, τοῦ Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου, τοῦ Διευθυντοῦ τῆς «Ο.Π.» Ἐλευθερίου Γκουτζίδη καί τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς τετραμελοῦς Συντακτικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς δῆθεν συκοφαντηθείς, διά δέ τήν «ἀποκατάστασιν τῆς τιμῆς καί ὑπολήψεώς του», ἀπήτει χρηματικόν ποσόν 1.500.000 εὐρώ!... Κατόπιν ὅλων αὐτῶν ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ μας συσκεφθέν ἐν Ἁγίω Πνεύματι, ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΕΙ τάς ἀνωτέρω ὑπ' Α.Π. 13 καί Α.Π. 3285 «ἀποφάσεις» τοῦ πρώην Ἀργολίδος Παχωμίου Ἀργυροπούλου κατά τοῦ Πανοσ/του Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ, ὡς ἀπολύτως ἀντικανονικάς καί πάντως ἐκ χειρίστης σκοπιμότητος ἐκδοθείσας, ἐνῶ τήν εἰσπήδησίν του εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Λαρίσης ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ὡς εἰσπήδησιν «Κλέπτου καί Ληστοῦ» κατά τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.

 
* * *

ΕΠΙ ΤΗΣ Ε’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΗΤΟΙ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΥΠ' Α.Π.

3166/14/27.2.2002 «ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ» ΠΕΡΙ «ΑΚΟΙΝΩΝΗΣΙΑΣ»

(ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ) ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΚΟΥΤΖΙΔΗ

 Τό Ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον  ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν τήν ἐν τῶ Κατηγηροτηρίω (Α.Π. 498/2/15.1.2009) ὑπό στοιχεῖον Γ’, μακράν σειράν βαρυτάτων Κατηγοριῶν (1 ἕως καί 7), καί ἐν προκειμένω ἰδιαιτέρως τά ἐν τῆ παραγράφω 2, ἤτοι τήν κατά τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη σκευωρίαν, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τήν ὑπ' Α.Π. 3166/14/27.2.2002 «Πράξιν ἀκοινωνησίας» κατ' αὐτοῦ, ὡς καί τήν πληθύν τῶν σχετικῶν ἐν τῆ «Ὀρθοδόξω Πνοή» παραπομπῶν, αἵτινες καί ἐτέθησαν εἰς τόν Τόμον τῶν Παραστατικῶν, ὡς ἀφορῶσαι ἀμέσως εἰς τήν ὑπ' Α.Π. 3166/2002 ἱερόσυλον ἀπόφασιν καί πράξιν. Πρωτίστως ὅμως ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν του ἐν τῶ συνόλω της, τήν κατά τήν Κυριακήν τῆς ὀρθοδοξίας 1997 ὁμιλίαν τοῦ θεολόγου ἐν τῶ Μητροπολιτικῶ Ναῶ τῆς Ἁγίας Μαρίνης ἐν Θεσσαλονίκη, καθώς καί τήν κηρυσσομένην ἐκκλησιολογίαν, τήν ὁποίαν ἀπό τό 1971 ἀδιαλείπτως προσεπάθησεν νά συστηματοποιήση, διδάξη καί διακηρύξη ὁ θεολόγος, καί διεπίστωσεν τήν συνέπειαν τοῦ ἐλλογιμωτάτου Καθηγητοῦ ἐν τῆ Πίστει καί Ὁμολογία, ὡς Ἁπλοῦ ἐργάτου ἐν τῶ Σώματι Αὐτῆς, καί οὐδέν ἀντορθόδοξον εὗρεν ἐν αὐτῆ.

 Εἰδικώτερον ἐπί τῆς προαναφερθείσης ὁμιλίας αὐτοῦ, ἐν ἔτει 1997, τό Ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον, ἐν ταυτῶ δέ καί ὡς Πανορθόδοξος Σύνοδος, διεπίστωσεν τάς ἐν αὐτῆ μεγίστας κηρυσσομένας ἀληθείας, ἀλλά καί τόν μέγιστον, πλήν ἐξ ἀντικειμένου ἐπιβεβλημένον ὀρθόν ἔλεγχον, τόν ὁποῖον ἀσκεῖ ἐν τῆ ὁμιλία του ὁ θεολόγος, ἀποκαλύπτων, περιγράφων καί στιγματίζων τούς ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΔΙΩΚΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, καί ἐπί τό ἀκριβέστερον, τούς ἐχθρούς καί πολεμίους τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἤτοι, τῆς ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ καί τῆς ἀνοθεύτου καί ἀδιακόπου ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ.

 Τῆς ὅλης ὁμιλίας του ὁ θεολόγος προτάσσει σύντομον εἰσαγωγήν εἰς τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν, ἐν ὦ μέρει, διετύπωσεν καί τήν Τριαδολογικήν καί ἐκκλησιολογικήν θέσιν εἰπών: «Δέν θά ὁμιλήσω σήμερον διά τήν πρώτην, ἄναρχον, αἰωνίαν καί ἀόρατον Ἐκκλησίαν, διότι αὕτη εἶναι ἡ τελεία Κοινωνία τοῦ Πατρός καί τοῦ ΥἹοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἡ πλήρης καί τελεία κοινωνία καί ἰδιαίρετος ἑνότης τῶν τριῶν Θείων Προσώπων, τοῦ ΕΝΟΣ Θεοῦ».

 Ἐγκύψαν ἰδιαιτέρως ἐπ' αὐτῆς τῆς διατυπώσεως τοῦ θεολόγου τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ καί λαβόν ὑπ' ὄψιν τήν ἀκατάσχετον σκόπιμον καί διαστροφικήν συκοφαντίαν, ἀλλά καί τά σχετικά Θεολογικά ὑπομνήματα τοῦ θεολόγου, ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ὅτι ἡ θεολογική αὕτη θέσις οὐδέν τό μεπτόν περιέχει, ἀσχέτως ἄν φραστικῶς ἡ διατύπωσις θά ἠδύνατο νά εἶναι καί καλυτέρα, ἀλλά ποῖος ἐφαντάζετο ὅτι Φλωρινικοί καί ἐγκάθετοι αὐτῶν, ἀλλά καί ἤδη προδόται ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, θά ἤγειρον τοιαύτην ΣΚΟΠΙΜΟΝ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑΝ, τήν ὁποίαν «ἐστήριξαν» ἐπί διαστροφικῶν καί πλασματικῶν κατηγοριῶν, τήν δέ 14ην/27ην Φεβρουαρίου 2002, θά κατέληγον, ὁ μέν πρώην Πειραιῶς Νικόλαος νά εἰσηγηθῆ ἀπολύτως ΑΙΡΕΤΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ καί ΤΡΙΑΔΟΛΟΓΙΑΝ, διά λογαριασμόν δέ ὅλων τῶν ξένων Κέντρων νά ἀπαιτήση τόν ἄδικον, ἀλλά σκόπιμον «ἀφορισμόν» κατά τοῦ θεολόγου, ἐνῶ οἱ λοιποί νά ἀποδεχθοῦν καί συμπράξουν εἰς τό ἔγκλημα, πρωτίστως κατά τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ΟΥΔΕΝ ΕΠΑΘΕΝ, ὅπως ἐπίσης οὐδέν ἔπαθεν καί ὁ ἐλλογιμώτατος θεολόγος Ἐλευθέριος Γκουτζίδης, ἀφοῦ ἐδιώχθη «ἀφωρίσθη» καί ἐσυκοφαντήθη ψευδῶς «ἕνεκεν ἐκείνου καί τῆς Ἐκκλησίας Του»!...

 Περαιτέρω τό ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον, λαβόν ὑπ' ὄψιν του καί τό ΠΟΤΕ, ΠΩΣ καί ὑπό ΠΟΙΩΝ ἐκινήθη ἡ σκευωρία καί τό σκάνδαλον, διεπίστωσεν ὅτι ἐπελέγη ἵνα κινήση τοῦτο ὁ Φλωρινικός «Ἀχαΐας» Καλλίνικος, ὅστις κατ' ἀρχάς ἠρκέσθη νά διαστρέψη τήν διατύπωσιν, εἰπών δημοσίως τό ψεῦδος ὅτι δῆθεν «ὁ θεολόγος εἰς τήν ὁμιλίαν του ἀπεκάλεσεν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ ὡς Ἄναρχον»! Δέν ἐτόλμησεν, ὁ κ. Καλλίνικος, νά ἀμφισβητήση τό ὀρθόν καί μεμαρτυρημένον τῆς θεολογικῆς - ἐκκλησιολογικῆς διατυπώσεως, ἐνῶ εἰς τήν συνέχειαν συνέπλασεν πλείστας ὅσας ψευδεῖς καί πλασματικάς συκοφαντικάς ψευδοκατηγορίας κατά τοῦ θεολόγου. Τό ἵδιον θέμα τῆς σκευωρίας, μέσω τῶν ἐγκαθέτων των, ἤτοι, τοῦ Μοναχοῦ Μαξίμου, τοῦ Δημητρίου Κάτσουρα καί ἄλλων, προοδευτικῶς τό μετέφερον εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον, τήν ὁποίαν, ὁ ἐν λόγω Κατήγορος, Φλωρινικός «Ἀχαΐας» Καλλίνικος Σαραντόπουλος, δι' ἀλληλοδιαδόχων δημοσιευμάτων του, μονίμως ἐξεβίαζεν «ὅπως λάβη μέτρα κατά τοῦ θεολόγου, ἄλλως καθίσταται καί αὕτη βλάσφημος, κακόδοξος, αἱρετική, ὅπως ὁ θεολόγος της».

 Οὔτω πως ἀπό τό 1997 μόλις τόν Φεβρουάριον τοῦ 2002, «ὡρίμασεν» ἡ σκευωρία, ὁπότε συνετάγη ἡ σχετική εἰσήγησις, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τόν τότε Πειραιῶς Νικόλαον νά τήν εἰσηγηθῆ καί ΑΠΑΙΤΗΣΗ τόν ἀφορισμόν τοῦ Θεολόγου, μέ ἀντάλλαγμα «νά τόν κάνουν ἀρχιεπίσκοπον»! Οὕτως ὅμως ἡ Σύνοδος ἐκείνη, ἡ δεχθεῖσα καί ἐγκρίνασα τήν γέμουσαν ἀπό αἱρετικάς θέσεις Εἰσήγησιν, καί βάσει αὐτῆς τήν 14/27.2.2002, ἀποφασίσασα «ἀκοινωνησίαν» κατά τοῦ θεολόγου, ἀφρόνως ἐπιχειρηματολογοῦσα, ἔστω καί ὑποθετικῶς, ἔγραψεν περί «διηρημένης Ἁγίας Τριάδος» ἤ «διηρημένης Ἐκκλησίας» ἤ ὅτι «εἶναι δυνατόν νά διαιρεθῆ εἰς τό μέλλον» καί ταῦτα ὡς ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ θεολόγου: «Δέν θά ὁμιλήσω σήμερον διά τήν πρώτην, ἄναρχον, αἰωνίαν καί ἀόρατον Ἐκκλησίαν, διότι αὕτη εἶναι ἡ τελεία Κοινωνία τοῦ Πατρός καί τοῦ ΥἹοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἡ πλήρης καί τελεία κοινωνία καί ἰδιαίρετος ἑνότης τῶν τριῶν Θείων Προσώπων, τοῦ ΕΝΟΣ Θεοῦ». Οὕτω ὅμως ἡ ἰδία «Σύνοδος» κατέστησεν ἑαυτήν ἰδιαιτέρως Αἱρετικήν καί ὡς πρός τό Δόγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, ἀλλά καί τό Τριαδολογικόν Δόγμα – Διδασκαλίαν καί πρό πάντων Ἱερόσυλον ὄργανον τῶν ξένων κέντρων.

 Ἐπί τούτοις λαβόν ὑπ' ὄψιν καί ὅλα τά μετά τό 1997 ἤδη προαναφερθέντα σχετικά ἔγγραφα καί ἰδιαιτέρως τοῦ ἀρχιεπισκόπου πρός τόν θεολόγον, ἀλλά καί τήν πληθύν τῶν Δημοσίων ἀπαντήσεων αὐτοῦ, εἰς τά ὁποῖα ὁ θεολόγος διά νά ἀποσοβήση τό σκάνδαλον, πλειστάκις ἐδήλωσεν καί ὅτι «ἑτοίμως ἔχει νά ἀνακαλέση τήν διατύπωσιν ἐφ' ὅσον οἱ κατήγοροί του ἤθελον ἀποδείξει ταύτην ὡς «ἀμάρτυρον», «καινοτομίαν», «κακοδοξίαν» καί ἐν τέλει «Τριαδολογικήν καί ἐκκλησιολογικήν Παπικήν - Οἰκουμενιστικήν αἵρεσιν»(!), γεγονός τό ὁποῖον, ὡς ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς διεπιστώθη, ΟΥΔΕΙΣ ΠΩΠΟΤΕ ΕΤΟΛΜΗΣΕΝ!

 Ἐπί πᾶσι τούτοις τό Συνοδικόν Δικαστήριον, ἰδιαιτέρως ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν καί τάς ἐν τοῖς θεολογικοῖς ὑπομνήμασι τοῦ θεολόγου ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΙΚΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, καθ' ἅς ἡ ἑνότης καί Κοινωνία τῆς ὑπερουσίου Τριάδος (ἐν τῆ ἀγάπη καί τῆ μία Θεία Οὐσία) εἶναι τό ΠΡΟΤΥΠΟΝ τῆς ἐν τῶ Σώματι τῆς Ἐκκλησίας κατά χάριν Κοινωνίας καί ἑνότητος τῶν ἀπειραρίθμων Προσώπων - Πιστῶν. ἡ ἀπόλυτος ἑνότης καί Κοινωνία τοῦ ὑπερουσίου ἑνός καί Τρισυποστάτου Θεοῦ, ὄντως ἀντανακλᾶ εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, διό αὕτη, ὡς κοινωνία καί ἑνότης τῶν πιστῶν ἐν τῶ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι κατ' εἰκόνα ἐκείνης τῆς Ἁγίας Τριάδος, τηρουμένων βεβαίως τῶν ἀναλογιῶν μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου. ἰδιαιτέρως τό Α.Σ.Δ. ἐνέκυψεν ἐπί τῶν ἀναμφισβητήτων σαφῶν ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ (Ἰωάννου ΙΖ’ 20-21), ἀλλά καί τῶν ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ τοιούντων, ὡς τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ: P.G. Τόμος 91ος 664 D, 665 C καί 668 Β-C), Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως, P.G. Τόμος 8ος σελ. 200 καί 1277, Μεγάλου Φωτίου P.G. Τόμος 102ος σελ. 557 D, καθώς καί εἰς πληθύν τῶν μαρτυριῶν Δογματολόγων Καθηγητῶν ὡς τῶν: Ἰωάννου Καρμίρη, Νικολάου Μητσοπούλου, Παύλου Εὐδοκίμωφ, Σπυρίδωνος Μπιλάλη, π. Νικολάου ἰωαννίδη, π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, π. Γεωργίου Καψάνη κ.ἄ. («Ο.Π.» Τόμος 12ος 2001 ἀρ. Τ. 118 μήν Νοέμβριος σελ. 271-279 καί ἀλλαχοῦ) καί ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ:

 Ἡ μακροχρόνιος συκοφαντία - σκευωρία, τήν ὁποίαν ἐκίνησαν οἱ Φλωρινικοί καί οἱ ἐγκάθετοί των, τελικῶς δέ τήν ἐπέβαλον καί εἰς τό σῶμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐπεχειρήθη διά τόν ἀποκλειστικόν λόγον ὅτι, ἡ καθαρά ὁμολογία ἤτοι, ἡ Ὀρθόδοξος ἐκκλησιολογία τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, ἀλλά καί ἡ ὑπ' αὐτοῦ ἀντιμετώπισις τῶν πολεμίων τῆς Ἐκκλησίας, παρεκώλυεν τά κατά τῆς Ἐκκλησίας σχέδια τοῦ ἐν γένει Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημε­ρολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί οὕτω δέν ἠδύναντο νά μεταλλάξουν καί μετατρέψουν τήν συγχωρητικήν εὐχήν, τήν ὁποίαν ὑπό δεδομένας ρητάς προϋποθέσεις καί διά τήν ἀγάπην καί ἑνότητα ἐδέχθη ἡ Ἱερά Σύνοδος τό 1971, εἰς χειροθεσίαν καί οὕτω νά ἐξαλείψουν καί τήν ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ καί τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ - ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὡστόσον τά πάντα καταβοῶσιν ὅτι τά πρόσωπα, τά ὁποῖα ἀπετόλμησαν τήν σκευωρίαν καί τήν ἔφερον εἰς πέρας, ἦσαν καί συνεχίζουν νά εἶναι, ἀπολύτως συνειδητοί καί ἀδίστακτοι ἐπίβουλοι κατά τῆς Ἐκκλησίας, διό πεισμόνως εἰργάσθησαν τό ψεῦδος, καί συνέπλασαν φρικτάς συκοφαντίας. Αὐτῶν ὅλων ὑποχείριοι εὑρέθησαν οἱ Νικολαΐται, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀμέτοχοι παιδείας, καί μακράν τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἀνέλαβον τήν ἐκτέλεσιν τῶν καταχθονίων σχεδίων των, ἐπιτυχόντες μόνον νά καταστήσουν ἑαυτούς πραγματικούς ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΟΥΣ καί πάντως χείρονας ὅλων τῶν συγχρόνων διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας!

 
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΚΑΙ

ΠΑΡΑΔΙΔΕΙ ΕΙΣ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟΝ ΑΝΑΘΕΜΑ:

 α) Τό ἀπ' ἀρχῆς (τέλος 1997 καί ἰδιαιτέρως ἀπό 1999) ΚΙΝΗΜΑ - ΣΚΕΥΩΡΙΑΝ πρωτίστως κατά τῆς Ἐκκλησίας, δευτερευόντως δέ κατά τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, τόν ὁποῖον, ἐνῶ ὑπό τήν βαθυτέραν χριστιανικήν ἄποψιν, ὄχι μόνον δέν ἔβλαψεν τόν θεολόγον, ἀλλά καί τόν ἐτίμησεν μέ τό διακριτικόν τοῦ «δεδιωγμένου ἕνεκεν δικαιοσύνης καί ἀληθείας ἐκείνου», ἤτοι, τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του.

 β) Τήν ὑπ' Α.Π. 3166/14/27.2.2002 «Πρᾶξιν ἀκοινωνησίας», ἤτοι, «μικροῦ ἀφορισμοῦ», ὡς Πρᾶξιν ἀπολύτως ἀντικανονικήν, ἀλλά καί ὡς ἔξωθι ἀποφασισθεῖσαν ὑπό τοῦ Φλωρινικοῦ Κέντρου καί τῶν ἐγκαθέτων του παρά τῆ Ἱερᾶ Συνόδω, πρό πάντων δέ ὡς Πρᾶξιν στυγνῆς ΙΕΡΟΣΥΛΟΥ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΟΣ, ἐκκλησιολογικῆς ὑφῆς καί περιεχομένου, τήν ὁποίαν ὁ πρ. Πειραιῶς Νικόλαος Μεσσιακάρης εἰσηγήθη καί ἀπήτησεν κατά τήν «Σύνοδον» ἐκείνην τῆς 14.2.2002, ἐν ἧ ἐγένοντο ἀποδεκταί ὑπ' αὐτῶν καί αἱ περί «διαιρέσεως καί ἑνώσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τῆς Ἐκκλησίας», ἔστω καί ὑποθετικῶς ἀποτολμηθεῖσαι καί διατυπωθεῖσαι δεινότατοι αἱρεσχιλίαι.

 Ἐπί τούτοις, τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ καί ὡς ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ, συσκεψαμένη ἐν Ἁγίω Πνεύματι, καλεῖ τούς Κατηγορουμένους ὅπως, διά τό προσωπικόν των πνευματικόν συμφέρον, μετανοήσουν καί, ἀποκλειστικῶς δι' ἑαυτούς, ἀνακαλέσουν τήν ψευδῆ, ἄδικον καί Ἱερόσυλον πρᾶξιν των, ἄλλως ταύτην θέλωσιν εὕρη προηγουμένην αὐτῶν, κατά τήν ὥραν ἐκείνην τῆς κρίσεως, ὅπερ καί ὡς Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος καί ὡς ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον ΑΠΕΥΧΟΜΕΘΑ.

 
* * *

ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΤ’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΗΤΟΙ, ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ

πρ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

 Τό Ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον συνεχίσαν τάς συνεδριάσεις του μέχρι καί τήν Παρασκευήν 28.11.2009, ἐπελήφθη καί τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων τοῦ πρ. Πειραιῶς Νικολάου, τά ὁποῖα οὗτος, «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ», ἤτοι, δημοσίως καί ἐγγράφως, μέσω βιβλιδίων καί τῆς ἐφημερίδος του «Πειραϊκή Ἐκκλησιαστική Ἀγγελία», π.χ. Α.Φ. 21 Ἀπρίλιος - Ἰούνιος 1998, ἐκήρυξεν ἐπανειλημμένως.

 Εἰδικώτερον ὁ κατηγορούμενος διά νά στηρίξη τά αἱρετικά του φρονήματα, καταφανῶς παραχαράσσει Πατερικά καί Συνοδικά κείμενα καί Ὄρους τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου! ἐν προκειμένω ἐλήφθη ὑπ' ὄψιν τό ἀνωτέρω κείμενόν του ἐν «Π.Ε.Α.» Α.Φ. 21/1998, καί ἰδιαιτέρως ἡ καταγγελία τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη ἐν «Ο.Π.» Τόμος 2004 σελ. 124-142, ὡς καί αἱ λοιπαί ἀκολουθοῦσαι. (Αὐτόθι σελ. 142-154).

 Τό Α.Σ.Δ. διέτρεξεν τάς συγκεκριμένας δημοσίας Καταγγελίας, ὡς καί τά σημεῖα ἐκεῖνα ἐκ τῶν ἐντύπων τοῦ κ. Νικολάου, τά ὁποῖα καταγγέλλονται, καί ρητῶς ἀπεφάνθη ὅτι, ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΕΚ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΟΥ κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, πᾶν ὅ,τι ἀντιβαίνει εἰς τήν ὀρθόδοξον Παράδοσιν, ἤτοι εἰς τά Πρακτικά τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν ὁμόφωνον διδασκαλίαν τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐξαιρέτως δέ τάς ἐπ' αὐτῶν παραχαράξεις καί παρερμηνείας, τάς ὁποίας συστηματικῶς ἀπετόλμησεν ὡς αἱρετικός βλάσφημος καί ἐκκλησιο­μάχος ὁ κ. Νικόλαος, καί συνωδᾶ τῆ Ἁγία Ζ’ Οἰκουμενικῆ Συνόδω τά ἀναθεματίζει. ἀντιπροσω­πευτικῶς, τό Α.Σ.Δ. μας, παραδίδει τῶ αἰωνίω ΑΝΑΘΕΜΑΤΙ τά αἱρετικά φρονήματα καί παραχαράξεις αὐτοῦ, τάς ὁποίας ἐπεχείρησεν ἐγγράφως εἰς τό βιβλίδιόν του «ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΠΑΤΕΡΑ ΥΙΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ...» (Ἀθῆναι 1993) ἀλλά καί ἐν τῆ ἐφημερίδι «Π.Ε.Α.», ἤτοι:

 Τά σημαντικώτερα δογματικά ὀλισθήματα, τά δημοσιευθέντα εἰς τό βιβλίδιόν του: «Προσκυνοῦμεν...» ἐκδόσεως 1993, εἶναι τά ἀκόλουθα:

 «1) Ἀναφερόμενος εἰς τούς προφήτας Μωϋσῆν, Μιχαίαν, Ἠσαΐαν, Ἰεζεκιήλ, Ἰερεμίαν, καί Δανιήλ, ὑποστηρίζει ὅτι εἶδον τόν Θεόν Πατέρα, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἀποφαίνονται ὅτι ἅπασαι αἱ ὁράσεις καί θεοφάνειαι τῆς Π. Διαθήκης ἔχουν ὡς ἐπίκεντρον τόν Χριστόν: «...καί οὐ φύσιν Θεοῦ εἶδε τις, ἀλλά τόν τύπον καί τήν εἰκόνα τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι... Κατά πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μή κομισάμενοι τάς ἐπαγγελίας, ἀλλά πόρρωθεν αὐτάς ἰδόντες καί ἀσπασάμενοι» (Ἰωάν. Δαμασκηνοῦ, PG 94, 1345 ΒC).

 2) Ἀναφερόμενος εἰς τό πραγματικόν γεγονός τῆς Φιλοξενίας ἐν τῆ Παλαιᾶ Διαθήκη, ὑποστηρίζει ὅτι εἰς τόν Ἀβραάμ ἐφάνησαν ὁ Πατήρ, ὁ ΥἹός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐνῶ κατά τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἐκ τῶν τριῶν ἀγγέλων τῶν φανέντων τῶ Πατριάρχη ἐν τῆ δρυ? τῆ Μαμβρῆ, οἱ μέν δύο ἦσαν κτιστοί ἄγγελοι, ὁ δέ τρίτος ἄκτιστος: «... δύο μέν ἑκατέρωθεν, μέσος δέ ὁ κρείττων, ὑπερέχων τῆ τιμῆ. Εἴη δ' ἄν ὁ δεδηλωμένος ἡμῖν Κύριος αὐτός ὁ ἡμέτερος Σωτήρ ὅν καί οἱ ἀγνῶτες σέβουσιν, τά θεῖα λόγια πιστούμενοι». (P.G. 94, 1369 ΑΒ).

 3) Ἀναφερόμενος εἰς τόν Πατριάρχην Ἰακώβ, ἰσχυρίζεται ὅτι οὗτος εἶδε τόν Θεόν Πατέρα καί ἐπάλαισε μετ' αὐτοῦ, ὅπερ ὡσαύτως ἀντιβαίνει πρός τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, διότι καί αὕτη ἡ θεοπτία ἀναφέρεται εἰς τόν Χριστόν. «Καί Ἀδάμ εἶδε Θεόν... καί Ἰακώβ εἶδε, καί ἐπάλαισε μετά τοῦ Θεοῦ... καί Μωϋσῆς... καί ἠσα?ας... καί Δανιήλ... προσεκύνησαν οὖν πάντες οἱ ἰδόντες τῶν τύπον καί τήν εἰκόνα τοῦ μέλλοντος» (Ἰω. Δαμασκηνοῦ PG 94, 1345 ΒC).

 4) Ἰσχυρίζεται παραπλανῶν ὅτι ἡ Ἁγία Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδος, εἰς τήν «πρός τήν Ἀλεξανδρέων Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν» ἐπιστολήν της, δῆθεν μακαρίζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δέχονται τάς εἰκονογραφίας τῶν ὁράσεων καί ἀναθεματίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δέν δέχονται αὐτάς. Καί τοῦτο ἀποτελεῖ βάναυσον παραχάραξιν πρός ἐξαγωγήν αἱρετικοῦ συμπεράσματος. ἡ Ἁγία ἑβδόμη Οἰκουμενική Σύνοδος ἀληθῶς, ἀφ' ἑνός μέν μακαρίζει τούς δεχομένους τάς προφητικάς ὁράσεις ὡς τύπους καί εἰκόνας καί σχήματα τῆς ἀληθείας» αί διά τοῦτο εἰκονίζοντας τά ἅγια (ὁλόκληρον τήν ἔνσαρκον οἰκονομίαν), ἀφ' ἑτέρου δέ ἀναθεματίζει τούς αἱρετικῶς φρονοῦντας περί τῶν προφητικῶν ὁράσεων καί ὡς ἐκ τούτου μή δεχομένους «εἰκονίσαι τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγον», δηλαδή τόν Χριστόν.

 5) Εἰς πάμπολλα σημεῖα τοῦ πονηματίου του (σελ. 12, 14, 16, 18, 20 καί 21) ἀναφέρεται εἰς τά Πρακτικά τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί συγκεκριμένως εἰς τήν Ε’ Πράξιν αὐτῆς (εἰς τήν σελίδα 905), παραποιῶν καί παρερμηνεύων αὐτά ἐν τῆ προσπαθεία του νά ἀποδείξη τά ἀναπόδεικτα. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῆς ὡς ἄνω πράξεως καί ἀντιπαραβολή της πρός τά ἐν τῶ πονηματίω δημοσιευθέντα, καταδεικνύει καί ἀποκαλύπτει καί τήν συγκεκριμένην ἀσεβῆ παραποίησιν τῶν κειμένων τῆς ἐν λόγω Ἁγίας Συνόδου ὑπό τοῦ ἐπισκόπου.

 6) Ἰσχυρίζεται, διαστρέφων τήν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδος «ἀναθεμάτισε τόν βλάσφημον Πέρσην Ξεναΐαν μαζί μέ τούς ἄλλους Εἰκονομάχους, ἐπειδή ὁ τοιοῦτος ἔλεγε πρός τοῖς ἄλλοις ὅτι εἶναι νηπιώδους γνώσεως τό νά ζωγραφῆται τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς ἐφάνη εἰς τόν Ἰορδάνην εἰς τόν βαπτιζόμενον Χριστόν, ἐν εἰδώλω περιστερᾶς (σελ. 24). Συμφώνως πρός τό ἀληθές περιεχόμενον τῆς ὡς ἄνω Πράξεως, ὁ Ξεναΐας ἐνόθευε τά δόγματα καί ἀνεστάτωνε τάς πόλεις, δέν ἐδέχετο τήν εἰκόνισιν τῶν ἀγγέλων, τῶν ὁποίων τάς εἰκόνας συνέτριβεν, ἐνῶ πρωτίστως, ἠρνεῖτο τό Χριστολογικόν δόγμα, διό καί τάς τοῦ Κυρίου εἰκόνας κατέκρυπτεν καί ἐξηφάνιζεν. Ὡσαύτως κατηγόρει ψευδῶς τήν Ἐκκλησίαν ὅτι ἐδέχετο τά ὑπεράνω τῶν θυσιαστηρίων καί τῶν κολυμβηθρῶν ἐκ χρυσοῦ καί ἀργύρου ὁμοιώματα τῆς Περιστερᾶς ὡς εἰκονίζοντα τήν ὑπόστασιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπερ βλασφημία. Ὅθεν ἀνεθεματίσθη ὡς εἰκονομάχος καί βλάσφημος κατά τῆς Ἐκκλησίας.

 7) Ἀναφερόμενος εἰς τήν ἐπιστολήν τοῦ Ἁγίου Πάπα Γρηγορίου πρός τόν εἰκονομάχον Λέοντα Γ’ τόν Ἴσαυρον, ὄχι μόνον παρερμηνεύει τήν σαφεστάτην θέσιν τοῦ Ἁγίου ὅτι τόν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ ἱστοροῦμεν οὐδέ ζωγραφοῦμεν, ἀλλά καί ὑποτιμητικῶς τήν θεωρεῖ ὡς γνώμην ἑνός Πατρός, τόν ὁποῖον ἐμφανίζει ὡς ἀντιφρονοῦντα πρός τήν Ἁγίαν Σύνοδον, μή λαμβάνων ὑπ' ὄψιν ὅτι ἡ ἐν λόγω ἐπιστολή του συνάδουσα ἀπολύτως πρός τήν διδασκαλίαν τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνεκρίθη καί συμπεριελήφθη εἰς τά Πρακτικά της.

 8) Παραχαράσσει καί παρερμηνεύει τόν Ἅγιον Διονύσιον τόν ἀρεοπαγίτην, ἀναφερόμενος εἰς δύο κείμενά του (σελ. 21 καί 22). Ἐνῶ ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ διά τόν Ἕνα ὑπερούσιον τῆ φύσει Θεόν, ὁ Σεβ/τος κ. Νικόλαος ὑποστηρίζει ὅτι δῆθεν κατά τόν Ἅγιον, αὐτός εἶναι ὁ Ἄναρχος Πατήρ καί ὅτι πρέπει νά εἰκονογραφῆται ὡς πολιός γέρων, ὅπερ ἀντιβαίνει πρός τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας.

 9) Ὁμοίως ἀσεβῶν παραχαράσσει καί παρερμηνεύει τόν Ἅγιον Συμεών Θεσσαλονίκης, ἀποδίδων εἰς τόν Ἅγιον τό ἰδικόν του φρόνημα, ὅτι «ὁ Πατήρ Θεός ζωγραφεῖται ὡς γέρων ἀσπρομάλλης, καθ' ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Παλαιός ἡμερῶν» (σελ. 22-23). Ἡ διδασκαλία ὅμως τοῦ Ἁγίου Συμεών, ὡς αὕτη προκύπτει ἀπό τό γνήσιον κείμενόν του, εἶναι ὅτι ὁ Θεός τόν ὁποῖον εἰς τάς ὁράσεις προεῖδον ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Μωϋσῆς, ἡ Ἠσαΐας, ὁ Ἰεζεκιήλ καί πολλοί ἄλλοι τῶν Προφητῶν, εἶναι ὁ μέλλων νά ἐνανθρωπήση Χριστός.

 10) Ὁμοίως παρερμηνεύει τόν Ἱερόν Δαμασκηνόν ἰσχυριζόμενος ὅτι «ἀποδέχεται καί αὐτός τήν ζωγράφησιν τοῦ ἀνάρχου Πατρός κατά τάς ὁράσεις τῶν Προφητῶν» (σελ. 22), ἐνῶ ὁ Ἅγιος διδάσκει ὅτι αἱ ὁράσεις τῶν Προφητῶν ἔχουν ὡς ἐπίκεντρον τόν μέλλοντα ἔσεσθαι, δηλαδή τόν Χριστόν, (Βλέπετε παράγρ. 1 καί 3, ὡς ἀνωτέρω).

 11) Ἐν τέλει πλαστογραφεῖ καί τήν ἱστορικήν πραγματικότητα, φέρων τόν ζωγράφον Διονύσιον τόν ἐκ Φουρνᾶ τῶν ἀγράφων νά ἀποφαίνεται περί εἰκόνων τό ἔτος 1456, ἐνῶ οὗτος τῶ ὄντι ἔγραφεν κατά τά ἔτη 1701-1734, δηλαδή 278 ἔτη ἀργότερον...». («Ο.Π.» Τόμος 2003 σελ. 212-214).

 Τό Ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον καί προηγουμένως ὡς Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει Συνείδησιν ὅτι, ΧΑΡΙΤΙ ΧΡΙΣΤΟΥ, καί μέ τάς ἐν τῆ παρούση πράξει ἀποφάσεις, ὑπερμαχεῖ γενικῶς τῆς Παραδοθείσης ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ, εἰδικῶς δέ τῆς ΟΜΟΛΟ­ΓΙΑΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ἑπομένη ταῖς ἀπ' ἀρχῆς Ἁγίαις Συνόδοις, ἤγουν τῆ πρώτη ἀποστολικῆ, ταῖς Οἰκουμενικαῖς, Πανορθόδοξοις καί Τοπικαῖς, τάς ὁποίας, ἐν ἑτέροις χρόνοις, συνεκάλεσεν καί συνεκρότησεν τό ΕΝ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ. Δι' ὅλων δέ αὐτῶν, διεκηρύχθη καί ὡμολογήθη ὁ ΕΙΣ ἐνανθρωπήσας, Διδάξας, Σταυρωθείς καί Ἀναστάς Χριστός, ἡρμηνεύθη καί ἐσυστηματοποιήθη ἡ ὑπ' Αὐτοῦ ἀποκαλυφθεῖσα Μία ἀλήθεια, ὡμολογήθη ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐβλήθη δέ ἔξω ὁ ἀντίδικος, ὅστις ἀπό τήν φάτνην τῆς Βηθλεέμ ἐπολέμησεν τόν Χριστόν καί μέχρι σήμερον πολεμεῖ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τήν Ἐκκλησίαν του, διά τῶν αἱρετικῶν καί ἰδιαιτέρως διά τῶν πεπτωκότων βλασφήμων καί αἱρετικῶν Νικολαϊτῶν. Αὐτούς τούς πολεμίους ἀντιμετώπισεν καί τό ὑφ' ἡμᾶς ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ, προηγουμένως δέ καί ὡς ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ, ἡ ὁποία οὕτω διακονεῖ τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 
* * *

 ΕΠΙ ΤΗΣ Ζ’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΗΤΟΙ, ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΙΣΠΗΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ

ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 Σχετικῶς μέ τήν ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κιτίου Παρθενίου τοῦ πιστοῦ Κλήρου καί Λαοῦ τῆς πρεσβυγενοῦς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καταγγελίαν, ἐπί παρανόμω, ἀντικαταστα­τικῆ καί ἀντικανονικῆ παρεμβάσει εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου, πρόκλησιν σχίσματος καί ἔκθεσμον καί ἀντικανονικήν ἐπισκοπικήν χειροτονίαν, ἐν μέσω ξυλοδαρμῶν καί αἱμάτων, καί ὑπό παρουσίαν καί ἐπέμβασιν ἀστυνομικῶν δυνάμεων, μεμαρτυρημένως ἀναξίου προσώπου, ἤτοι τοῦ φερομένου κατ' ἀρχάς ὡς «Τριμυθοῦντος» καί κατόπιν ὡς «Κιτίου» κ. Σεβαστιανοῦ Σταύρου, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κιτίου κ. Παρθένιος, εἰσηγήθη ὅπως τά ἀδικήματα τῶν Νικολαϊτῶν κατά προσώπων, ἀλλά καί κατ' Αὐτῆς τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἐξετασθοῦν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τοῦ Α.Σ.Δ., διότι ἐν προκειμένω δέν προηγήθη ἡ προβλεπομένη Κανονική καί Νομότυπος διαδικασία κλητεύσεως τῶν κατηγορουμένων. Ἅπασαν τήν Κανονικήν καί Νόμιμον διαδικασίαν, θέλει κινήση ὁ ἵδιος ὁ Μητροπολίτης ὥστε νά ἐπιληφθῆ τό Ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον, ὅπερ ἐγένετο ἀποδεκτόν.

 * * *

 ΕΠΙ ΤΗΣ Η’ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΗΤΟΙ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΚΑΘ' ΗΝ

ΚΑΤΕΛΥΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΝΟΜΟΝ ΤΟΥ «ΙΕΡΟΥ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ

ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Γ.Ο.Χ.»

 

Τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν:

 Τό γεγονός ὅτι ἐν ἔτει 1999 τό Διοικητικόν Συμβούλιον τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε., διά πρώτην φοράν, δέν συνεκλήθη ἐπί ἐννέα ὁλοκλήρους μῆνας, (ἐνῶ κατά τό καταστατικόν ὑποχρεωτικῶς πρέπει νά συνεδριάζη κάθ' ἕκαστον μῆνα), διότι οἱ ἐγκάθετοι καί ἐξαιρέτως ὁ Μοναχός Μάξιμος, ἤθελον νά ἀποκρύπτουν τήν πορείαν καί τάς ἀποφάσεις τῶν Ἀστικῶν Δικαστηρίων τῆς περιόδου ἐκείνης, τόσον ἀπό τό Διοικητικόν Συμβούλιον τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε. ὅσον καί ἀπό τήν Ἱεράν Σύνοδον! Σημειωθήτω ὅτι τά θέματα ἀφεώρων καί εἰς ὑλικά πράγματα, ἀλλά πρό πάντων εἰς θέματα Πίστεως σχετικῶς μέ τάς πράξεις καί ἀποφάσεις τῶν πέντε σχισματοαιρετικῶν. Ἐπίσης ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν τά παραστατικά τῶν ἐν συνεχεία ἐπακολουθησασῶν συσσωρευμένων συγκλήσεων τοῦ Δ.Σ., (μετά ὁλόκληρον ἐννεάμηνον), καί δή ἐντός ἑνός μηνός, ἤτοι, α) Κατά τήν 30.10.2000. β) Τήν 9.11.2000. γ) Τήν 14.11.2000, καί ἰδιαιτέρως ὅσα ἀποκαλυπτικά ἔλαβον χώραν, κατ' αὐτήν, δ) Τήν 4/17.11.2000, τετάρτην κατά σειράν ἐντός 20 ἡμερῶν, σύγκλησιν τοῦ Δ.Σ. καί ἰδιαιτέρως τήν αὐθημερόν συνταχθεῖσαν ὑπ' Α.Π. 222/4/17.11.2000 «Πρόσκλησιν διά Γενικήν Συνέλευσιν», ὁρισθεῖσαν μόλις μετά τριήμερον, ἤτοι, κατά τήν 7ην/26ην Νοεμβρίου 2000, καί ἐν τῆ ὁποία οὐδέν ἐκ τῶν ἐκκρεμούντων ἄκρως σοβαρῶν θεμάτων ἐσημειοῦτο.

 Ἐπίσης ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν καί τά μέ Α.Π. 161/5/18.11.2000 καί 169/24.11. 2000 ἔγγραφα τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου ὡς Γενικοῦ Γραμματέως, καθώς καί τό ἐξόχως ἀποκαλυπτικόν ὑπόμνη­μα μέ Α.Π. 169/Α’/24.11.2000, τό ὁποῖον ὑπογράφεται ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου, τοῦ Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ καί τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη. Τό γεγονός ἐπίσης ὅτι μετά ταῦτα δέν ἐπραγματοποιήθη ἡ Γ.Σ. ὡς προεβλέπετο, κατά δέ τό ἀπό 16/29.12. 2000 συνελθόν Δ.Σ. κατετέθη τό μέ Α.Π. 176/16.29.12.2000 ἔγγαφον ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου, ἐκπροσωποῦντος καί τούς Ἱερομ. Ἀμφιλόχιον καί τόν θεολόγον Ἐλευθέριον Γκουτζίδη, τό ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἔλαβεν ὑπ' ὄψιν τό Δικαστήριόν μας, καθώς καί τό γεγονός ὅτι ἐπεχειρήθη ὅπως καλυφθοῦν τά πάντα μέ τάς σκευωρίας κατά τοῦ θεολόγου περί δῆθεν «χειροδικίας» του κατά τοῦ ἀρχιεπισκόπου, καθώς καί περί «ἀνάρχου»!

 Τέλος λαβόν ὑπ' ὄψιν καί τήν, ἐπί τῆς ὑπ' Α.Π. 226/26.11.2000, «ἀνακοινώσεως», ὑπογραφο­μένης ὑπό τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, νέαν ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ - ΔΗΛΩΣΙΝ τῶν Μητροπολίτου Κηρύκου, Ἱερ/χου π. Ἀμφιλοχίου καί θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, συσκεψάμενον τό Δικα­στήριόν μας ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ:

 Καταφανῶς τά συγκεκριμένα Πρόσωπα τῆς περιόδου ἐκείνης καί αὐτά τά ὁποῖα σήμερον φέρονται ὡς μέλη καί ὡς Δ.Σ. τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε., ἔδει πρό πολλοῦ νά εἶχον διαγραφεῖ καί ἀπομακρυνθεῖ τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε., διότι πέραν τοῦ ὅτι ἐκ κακῆς προθέσεως καί σκοποῦ κατέλυσαν τήν Κανονικήν Τάξιν καί τόν Συνοδικόν θεσμόν, διά τόν ἵδιον σκοπόν, οὗτοι κατέλυσαν καί τόν Καταστατικόν Νόμον τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε., ἐπί τῶ σκοπῶ ἅμα τῆ ὁλοκληρώσει τῆς προδοσίας των νά διεκδικήσουν, καί κατακρατήσουν ἅπαντα τά ἐκκλησιαστικά ἀκίνητα, στεροῦντες ταῦτα ἀπό τούς Ὀρθοδόξους, εἰς τούς ὁποίους καί κατά τό ἵδιον τό Καταστατικόν ἀνήκουν.

 Ἐν προκειμένω τό ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ὑπογραμμίζει ὅτι οἱ κατηγορού­μενοι δέν κατέλυσαν Ἁπλῶς ὡρισμένας ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ' ἠθέλησαν καί ἐπεχείρησαν νά σβήσουν καί ἐξαλείψουν ταύτην προσβάλλοντες καί διακόπτοντες τήν ἀποστολικήν Διαδοχήν καί δι' αὐτῆς καί τήν ὁμολογίαν ἐκκλησιολογίαν, τήν ὁποίαν ἀναφέρει καί προστατεύει τό Ἄρθρον 8 παράγρ. γ’ τοῦ Καταστατικοῦ.

 Ἐπί πᾶσι τούτοις τό ἀνώτατον Συνοδικόν Δικαστήριον ἐπειδή δέν εἶναι Ἁρμόδιον νά προβῆ εἰς τήν διαγραφήν ὅλων αὐτῶν ἐκ τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε., τοῦτο ἀπαραιτήτως δέον νά πράξουν τά ἐναπομείνατα (4) τέσσαρα Ἱδρυτικά μέλη, ἤτοι, ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Θωμᾶς, ὁ Ἱερομόναχος Ἀμφιλόχιος καί ὁ θεολόγος Ἐλευθέριος Γκουτζίδης. Ἐπί τούτω, ἄν χρειασθῆ ἔχουν τήν ἄδειαν καί ἐντολήν τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου νά ζητήσουν καί τήν ἐφαρμογήν τῶν Νόμων, ὅπως προβλέπει ὁ Καταστατικός Νόμος τοῦ Ι.Φ.Σ.Κ.Α.Ε. Τέλος ἅπαντα τά παραστατικά ὡς ἐκ τῆς μεγίστης Ἱστορικῆς καί ὄχι μόνον σημασίας των, τεθῶσιν εἰς τόν τόμον τῶν Πρακτικῶν.

 * * *

Ἐν τέλει ἡ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ, ἡ ὁποία συνεδρίασεν ἐπί τριήμερον (26-28.9.2009), ὡς ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ, συσκεψαμένη ἐν Ἁγίω Πνεύματι, οὐσιαστικῶς ἀντιμετώπισεν Ἕν καί μόνον Θέμα, ἤτοι, τήν βαρεῖαν διαχρονικήν ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑ­ΧΙΑΝ, πρωτίστως τῶν δύο πρώην Μητροπολιτῶν, Πειραιῶς Νικολάου ἀπό τό 1976, καί Ἀργολίδος Παχωμίου ἀπό τό 1974, ἡ ὁποία ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΙΑ των, ΕΚΟΡΥΦΩΘΗ μέ τήν ὑπ' ἀριθμ. 3280/28.11.2007 φερομένην ὡς «Συνοδικήν ἐγκύκλιόν» των. Ταύτην συνυπογράφουν καί οἱ λοιποί τῆς ἐκκλησιομάχου ὁμάδος, φερόμενοι ὑποκριτικῶς ἤ ἀφελῶς ὡς Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι: Γαλακτίων Γκαμίλης, Ἀνδρέας Σύρος, Χρυσόστομος Σύρος, Παντελεήμων Ντέσκας, Ἰγνάτιος Δάσσιος, Σεβαστιανός Σταύρου, καί Λάζαρος Ἀθανάσωφ, τοῦ Ταρασίου Καραγκούνη ἐξαιρουμένου.

 Ὡσαύτως ἐξ ἀρχῆς διεπίστωσεν ὅτι ἐν τῶ πλαισίω τούτω τῆς ἐκκλησιομαχίας των, εἶναι μεθοδευμέναι καί τοποθετημέναι ἅπασαι αἱ ληστρικαί «ἀποφάσεις» καί «πράξεις» των, κατά τοῦ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΥ, ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ π. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ, ΤΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΜΙΧΑΗΛ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΚΟΥΤΖΙΔΗ. Αὗται ἐν τῶ συνόλω των, ὡς ἀντικανονικαί – ληστρικαί «πράξεις» καί «ἀποφάσεις» χειρίστης σκοπιμότητος, οὐδέν Κανονικόν καί πραγματικόν ἔργον παρήγαγον διά τούς καθ' ὦν ἐξεδόθησαν, ἐνῶ διά τούς ὑπογράψαντας ταύτας αὗται ἀποτελοῦν διαχρονικήν ἐσχάτην βλασφημίαν, Ἱεροσυλίαν, ὕβριν καί ἐκκλησιομαχίαν.

 Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πάντες ἐδιώχθησαν, πλεῖστοι δέ τούτων καθηρέθησαν ὑπό τῶν παρανόμων αἱρετικῶν διά τό ὀρθόδοξον φρόνημά των. Οὕτω, ὁ Μέγας ἀθανάσιος ἐπανειλημμέ­νως καθηρέθη καί ἀνεθεματίσθη καί ἐξωρίσθη ὑπό τῶν αἱρετικῶν ἀρειανῶν (Θ.Η.Ε. τόμ. 8, σελ. 927-929). Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ καί Πρόεδρος τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καθηρέθη ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου καί τῶν μετ' αὐτοῦ. (Πρακτικῶν ἀποστατικοῦ Μ, 1372 ἐπ.). Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καθηρέθη παρά τῆς «ἐπί Δρῦν» συνόδου τῆς διωκτικῆς ἀνομίας (Παλλαδίου P.G. 47, 9-39). Ὁ Μέγας Φώτιος ἀνεθεματίσθη, οἱ δέ ὑπ' αὐτοῦ χειροτονηθέντες «καθηρέθησαν» ὑπό τῆς παπόφρονος ψευδοσυνόδου τοῦ ἔτους 869, τήν ὁποίαν οἱ αἱρετικοί Παπικοί λέγουν «ὀγδόην οἰκουμενικήν»! (Β. Στεφανίδου, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 359). Ταῦτα, βεβαίως, ἔπραττον καί πράττουν οἱ ἄδικοι καί αἱρετικοί, ὡς λέγει ἡ Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδος, «παρά θεσμούς καί κανόνας καί πᾶσαν ἀκολουθίαν ἐκκλησιαστικήν» (Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Μ. 4, 1328). Ἡ ἀπάντησις τῆς Ἐκκλησίας εἰς τάς τοιαύτας καθηραίσεις καί λοιπά «ἐπιτίμια» εἶναι ὅτι εἰς οὐδέν λογίζονται ὑπ' Αὐτῆς, ὡς οὐδεμίαν ἐκκλησιαστικήν ἰσχύν ἔχουσαι. Οὕτως, ὁ Ἅγιος Ἰωάν­νης ὁ Χρυσόστομος, καίτοι «καθαιρεθείς», οὐ «καθήρηται», ἔλεγον εἰς τόν Βασιλέα οἱ ἐν Κωνσταν­τινουπόλει τότε Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι (Παλλαδίου Ἐλενουπόλεως P.G. 47, 31). Ὁ Ἰννοκέντιος Ρώμης, εἰς ἐπιστολήν του, ἥν ἀπηύθυνεν πρός τόν Θεόφιλον μετά τήν «καθαίρεσιν» ταύτην, ἔλεγεν «ἡμεῖς καί σέ ἶσμεν κοινωνόν καί τόν ἀδελφόν Ἰωάννην». (Ἰννοκεντίου Ρώμης P.G. 47, 12). Ὁ ἵδιος ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος οὐδέποτε ἀνεγνώρισεν τήν «καθαίρεσίν» του, ἀποθανῶν δέ ἐν τῆ ἐξορία ἐτάφη φέρων τά ἀρχιερατικά του ἄμφια. ὡσαύτως ἡ ἀπόφασις, ἤ μᾶλλον ψευδαπόφασις περί τῆς «κα­θαιρέσεώς» του, χαρακτηρίζεται ὑπό τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ἀλεξανδρείας «χαρτίον ἀσεβές καί παράνομον» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας Μ. 4, 1308). Ὁ ἵδιος ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ὁ γενόμενος καί Πρόεδρος τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔγραφεν εἰς τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει πάσχοντας καί «καθηρη­μένους» ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου «Τοῖς δέ τῶν κληρικῶν ἤτοι (ἤ) τῶν λαϊκῶν διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ' αὐτοῦ, κοινωνοῦμεν ἡμεῖς. Οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον». Λέγει δέ ἀκόμη εἰς αὐτούς: «Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν Κυρίω μακάριοι, ὅτι τό τῆς Δυνάμεως καί τό τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα εἰς ὑμᾶς ἀναπέπαυται». (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας Μ. 4, 1096).

 Ὁ Μέγας Φώτιος, πάλιν λέγει σχετικῶς: «Ἤν ποτε φευκτόν καί φοβερόν τό ἀνάθεμα, ὅτε κατά τῶν ἐνόχων τῆς ἀσεβείας, ὑπέρ τῶν τῆς εὐσεβείας κηρύκων, ἐφέρετο. ἀφ' οὗ δέ ἡ τολμηρά καί ἀναίσχυντος τῶν ἀλαστόρων ἀπόνοια, παρά πάντα θεσμόν θεῖόν τε καί ἀνθρώπινον, καί παρά πάντα λόγον ἑλληνικόν τε καί βάρβαρον, τό οἰκεῖον ἀνάθεμα κατά τῶν προμάχων τῆς ὀρθοδοξίας ἀναστρέφειν ἐφρυάξατο, καί τήν βαρβαρικήν μανίαν ἐκκλησιαστικήν παρανομίαν ἐφιλονείκησεν ἀπεργάσασθαι, αὐτίκα καί τό φρικτόν ἐκεῖνο τῆς ποινῆς Ἁπάσης πέρας ἔσχατον, εἰς μύθους καί παίγνια μεταπέπτωκε, μᾶλλον δέ, τοῖς εὐσεβέσι καί αἱρετόν παρεσκεύασται. Οὐδέ γάρ οὐδ' ἡ πάντολμος τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας γνώμη, τάς ποινάς, καί μάλιστα τάς ἐκκλησιαστικάς, ποιεῖ φοβεράς, ἀλλά τῶν πασχόντων τό ὑπεύθυνον ὡς τό γε ἀνεύθυνον καί εἰς χλεύην τάς ἐκείνων τιμωρίας τρέπει, καί κατ' ἐκείνων τό δικαίωμα τῆς τιμωρίας ἀναστρέφει, καί τῶ ὑπ' αὐτῶν τιμωρουμένω στεφάνους ἀκηράτους, καί ἀθάνατον δόξαν, ἀντί ποινῆς ἀπεργάζεται. Δι' ὅ καί ἕκαστος τῶν εὐσεβῶν καί Ἁγίων, ὑπ' αὐτῶν ἠλλοτριωμένων Χριστοῦ, μυριάκις αἱρεῖται προπηλακίζεσθαι, καί ἀναθεματίζεσθαι ἤ τοῖς αὐτῶν μισοχρίστοις καί θεοστυγέσιν μετά λαμπράς τῆς εὐφημίας κοινωνῆσαι πονηρεύμασι». (Μ. Φωτίου Ἐπιστολή ΙΖ, Ἰγνατίω Μητροπολίτη Κλαυδιουπόλεως, P.G. 102, 833). Καί «Ὥσπερ τούς τοῦ Δεσπότου μαθητάς τό μισόχριστον τῶν ἰουδαίων συνέδριον ἀποσυναγώγους ποιήσαντες, ἐκείνους μέν μᾶλλον τῶ Διδασκάλω καί Δεσπότη προσωκείωσαν, ἑαυτούς δέ τέλειον καί τῆς Θείας μυσταγωγίας, καί τῶν οὐρανῶν βασιλείας ἠλλοτρίωσαν. Οὕτω καί νῦν οἱ τῶν ἰουδαίων μιμηταί, τούς τῶν ἀποστόλων ζηλωτάς, ἀποσυναγώγους ποιήσαντες, ἡμᾶς μέν τοῖς θεσπεσίοις ἐκείνοις καί αὐτόπταις τοῦ Λόγου, συνήψάν τε μᾶλλον καί συνήνωσαν. Ἡ γάρ κοινωνία τῶν παθῶν ἀκριβεστέραν ποιεῖται τήν ἐν βίω καί πίστει συνάφειαν, ἑαυτούς δέ καί τῆς ἐκείνων διδασκαλίας, καί τῆς ἡμετέρας ὀρθοδοξίας, ἐλεεινῶς τε καί ἀθλίως ἐναπέτεμον, καί τῆς Χριστιανῶν ὅλως καί κλήσεως καί πολιτείας τήν ἑαυτῶν μοῖραν διχάσαντες, εἰς τήν τῶν ἰουδαίων, οὕτως παρεζήλωσαν, καί χριστομαχίαν καί μιαιφονίαν φερόμενοι ἐκπεπτώκασιν». (Μ. Φωτίου ἐπιστολή ΙΗ, Μιχαήλ Μητροπολίτη Μυτιλήνης, P.G. 102, 833).

 Κατόπιν τούτων ΟΜΟΦΩΝΩW ἅπαντα τά μέλη τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου κατηγορηματι­κῶς ΑΠΕΦΑΝΘΗΣΑΝ ὅτι ἅπασαι αἱ κατά τῶν ὡς ἄνω ὀρθοδόξων διώξεις οὐδέν Κανονικόν - Πραγματικόν ἔργον παρήγαγον καθ' ὦν ἐξεδόθησαν ἐνῶ ἐστόχευον εἰς τό νά πλήξουν τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ - ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΝ, μέσω καί διά τῆς προσβολῆς καί διακοπῆς τῆς ἀνοθεύτου ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ τῶν ἐπισκόπων καί Πρεσβυτέρων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλη­σίας!

 Ἐπίσης τό Α.Σ.Δ. διεβεβαιώθη, ὅτι τό κίνημα τοῦτο τῶν Νικολαϊτῶν, ὀργανικῶς εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένον, μετά τοῦ ἀπό τό 1920, 1923, 1924 καί μέχρι σήμερον Νεοημερολογιτικοῦ - Οἰκουμενιστικοῦ Κινήματος, ὅτι ἀποτελεῖ δέ κακήν συνέχειαν καί ἐξέλιξιν τοῦ ἀπό τό 1937 παρομοίου Φλωρινικοῦ κινήματος, τό ὁποῖον ἐπολέμησεν καί ἐπεβουλεύθη ὅσον οὐδείς, τήν ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ, ἤτοι τάς κατά τά ἔτη 1935 καί 1948, ἐπισκοπικάς χειροτονίας, τάς ὁποίας ΩΜΟΣΕΝ νά προσβάλη καί διακόψη καθ' οἱονδήποτε τρόπον. Τῶν κινημάτων τούτων διάδοχος κατάστασις καί ἐξέλιξις ὑπῆρξεν τό κίνημα τῶν πέντε σχισματοαιρετικῶν πρ. Μητροπολιτῶν (1991-1995), ὅλων δέ αὐτῶν ἀδιάκοπον συνέχειαν καί ἀποκορύφωσιν ἀπετέλεσεν τό ἀπό 1998 καί ἐπισήμως ἐκδηλωθέν ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑ.Ι.ΤΩΝ.

 
ΟΘΕΝ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ

ΟΜΟΦΩΝΩΣ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΕΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΔΩΚΕΝ ΤΩ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙ:

 1) Τήν μέ Α.Π. 3280/28.11.2007 «ἐγκύκλιον» τήν ὑπογεγραμμένην παρά τῶν ἐκπεσόντων καί ἀποκηρυχθέντων καί ἤδη Καθαιρεθέντων ψευδεπισκόπων: Νικολάου, Παχωμίου, Γαλακτίωνος, Ταρασίου (δέν ὑπογράφει), Ἀνδρέου, Χρυσοστόμου, (ὑπογράφει δι' ἀντιπροσώπου), Παντελεή­μονος, Ἰγνατίου, Σεβαστιανοῦ, καί Λαζάρου, ἐν ἧ διακηρύσσουν ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΨΕΥΔΩΣ καί ΜΕΤΑ ΠΟΛΛΟΥ ΔΟΛΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΣ ὅτι ἡ ἐν ἑλλάδι Ἱερά Σύνοδος τήν 15/28 ὀκτωβρίου 1971 «ἐδέχθη χειροθεσίαν» καί ὄχι συγχωρητικήν εὐχήν.

 2) Τήν ἀπό 1974 ψευδῆ καί βλάσφημον «ἐξομολογητικήν ἐπιστολήν» ὡς καί τήν ὁμοίαν, ἀπό 2004 τοῦ τέως «Ἀργολίδος» Παχωμίου Ἀργυροπούλου, πρώτου δολίου ἐπιβούλου κατά τε τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καί Ἐκκλησιολογίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

 3) Τάς βλασφημίας περί δῆθεν σχίσματος κατά τό 1937 ὑπό τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου καί χειροθεσίας τοῦ 1971, τάς σαφῶς διατυπουμένας ἐν τῶ διατακτικῶ τοῦ «54/76 Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς», καί τάς ὁποίας ὁ τέως «Πειραιῶς» Νικόλαος ΩΜΟΛΟΓΗΣΕΝ ἐνώπιόν του καί ΑΠΕΔΕΧΘΗ, προκειμένου νά «ἀναγωρισθῆ» ὡς «κανονικός ἐπίσκοπος» καί ὅτι δέν «ἀντιποιεῖται ἐκκλησιαστικόν λειτούργημα». Καί ταῦτα, ὡς ἐπίσης ΑΚΡΑΙΑΣ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΣ κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἥγουν τῆς ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ καί τῆς ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ΟΜΟΦΩΝΩΣ ΑΠΕΡΡΙΨΕ, ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΔΩΚΕΝ ΤΡΙΣ ΤΩ ΑΙΩΝΙΩ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙ.

 4) Τήν κατά τοῦ ἐλλογιμωτάτου θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη σκευωρίαν (1997-2002) τῶν Φλωρινικῶν «Ἀχαΐας» κ. Καλλινίκου, καί τοῦ συνεργαζομένου αὐτῶ κ. Ἀθ. Σακαρέλλου, ὡς καί τῶν παρά τῆ Ἱερᾶ Συνόδω ἐγκαθέτων αὐτῶν, Μοναχοῦ Μαξίμου Τσακίρογλου καί Δημητρίου Κάτσουρα, περί ΔΗΘΕΝ «ἀμαρτύρου», «καινοτομίας» «κακοδοξίας» καί «ἐκκλησιολογικῆς καί Τριαδολογικῆς αἱρέσεως», καί ἐν τέλει τήν διά τοῦ κ. Νικολάου Εἰσήγησίν των καί τήν μέ Α.Π. 3166/14/27.2.2002 «ἀπόφασίν των περί ἀκοινωνησίας» εἰς τόν Ἐλ. Γκουτζίδη ΑΠΕΡΡΙΨΕΝ, ΕΚΗΡΥΞΕΝ ΑΚΥΡΟΝ καί ΠΑΡΕΔΩΚΕΝ ΤΩ ΑΙΩΝΙΩ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙ.

 5) Τάς μέ Α.Π. 13/26.2.2006 καί 3285/22.4.2008, ἀποφάσεις περί «ἀργίας» καί «καθαιρέσεως» τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ, ἐκήρυξεν ΑΚΥΡΟΥΣ, ΑΠΕΡΡΙΨΕΝ, καί ὡσαύτως ΠΑΡΕΔΩΚΕΝ ΤΩ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙ.

 6) Τάς μέ Α.Π. 3282/27.11.2007 καί 3298/7.8.2009 «ἀποφάσεις - Πράξεις», περί «καθαιρέσεων, ἀφορισμῶν» κ.λπ. κατά τοῦ Σεβ/του Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου, ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΩΣ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΚΥΡΟΥΣ, μηδέν Κανονικόν καί πραγματικόν ἔργον παραγαγούσας, ὡς ὁλοκληρωτικῶς ψευδεῖς κατά τό διατακτικόν καί ὡς προελθούσας παρά ἐκπεσόντων καί αὐτοεκβληθέντων τῆς Ἐκκλησίας ψευδεπισκόπων Κανονικῶς δέ καί ἀπολύτως ἠτιολογημένως ΑΠΟΚΕΚΗΡΥΓΜΕΝΩΝ καί ΔΙΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ ἐκ τῶν Διπτύχων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ΠΑΡΕΔΩΚΕΝ ΤΩ ΑΙΩΝΙΩ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙ.

 7) Τάς κατά τῆς Ἁγίας Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διατυπωθείσας βλασφημίας καί κηρυ­χθείσας «γυμνῆ τῆς κεφαλῆ» αἱρέσεις, τοῦ Νικολάου, ὡς καί τάς παραχαράξεις καί παρερμηνείας πατερικῶν καί Συνοδικῶν κειμένων, ἐπίσης ΠΑΡΕΔΩΚΕΝ ΤΩ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙ, συμφώνως καί πρός τήν ἐντολήν τῆς ἰδίας τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διαγορευούσης: «Τοῖς μή ὀρθῶς τάς τῶν Ἁγίων Διδασκάλων τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας θείας φωνάς ἐκλαμβανομένοις καί τά σαφῶς καί ἀριδήλως ἐν αὐταῖς διά τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριτος εἰρημένας παρερμηνεύειν τε καί περιστρέφειν πειρωμένοις. Ἀνάθεμα Τρίς» (Συνοδικόν τῆς ὀρθοδοξίας).

 8) ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΑΙΤΙΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΘΕΙΣΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ἤτοι:

 α) Εἰς τούς πρώην Μητροπολίτας Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαον Μεσσιακάρην καί β) πρώην Μητροπολίτην ἀργολίδος Παχώμιον Ἀργυρόπουλον, ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΕΣΧΑΤΗΝ ΠΟΙΝΗΝ ΤΗΣ ΚΑΘΑΙΡΕΣΕΩΣ ΕΚ ΤΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΑΤΑΣΣΕΙ ΑΥΤΟΥΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ, ΚΑΙ ΔΗ ΩΣ ΒΛΑΣΦΗΜΟΥΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣΥΛΟΥΣ ΠΡΟΔΟΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

 Γ’ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΑΝΑΔΕΙΧΘΕΝΤΑΣ ΕΙΣ ΨΕΥΔΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ, ἤτοι: Τούς φερομένους ὡς 1) «Πειραιῶς καί Νήσων» Παντελεήμονα Ντέσκα καί «Φαρσάλων» ἤ «Λαρίσης καί Τυρνάβου», Ἰγνάτιον Δάσσιον, οἵτινες σύν τοῖς ἄλλοις ἐκωλύοντο καί δέν ἠδύναντο κἄν ὡς Ἱερομόναχοι νά ἱερουργοῦν, ἐνῶ καί οὐδέν προσόν ἐκέκτηντο πρός ἀρχιερατείαν, ὁμοίως ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑΝ ΕΣΧΑΤΗΝ ΠΟΙΝΗΝ ΤΗΣ ΚΑΘΑΙΡΕΣΕΩΣ καί τούς κατατάσσει ὁμοῦ μετά τῶν πρώτων, εἰς τήν τάξιν τῶν βλασφήμων καί σχισματοαιρετικῶν Μοναχῶν, οἵτινες ἐν ἐπιγνώσει ἱεροσύλησαν κατά τῆς Μητρός Ἐκκλησίας.

 Δ’ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΑΣ: 1) «Περιστερίου» Γαλακτίωνα Γκαμίλην, καί 2) «Βερροίας καί Ναούσης» Ταράσιον Καραγκούνην, ἐπεφυλάχθη νά ἀποφασίση τελεσιδίκως, προκειμένου ἵνα κληθοῦν καί διασαφηνίσουν τήν θέσιν των ἔναντι τοῦ ἐκκλησιομάχου καί ἀντιχρίστου κινήματος τῶν Νικολαϊτῶν μέ δεδομένα ὅτι:

 Ὁ μέν πρῶτος ἐπανειλημμένως διεφώνησεν ἐν ταῖς ληστρικαῖς συνεδριάσεσι τῶν Νικολαϊτῶν καί πρό πάντων ὅτι προτίθεται νά ἔλθη εἰς διάλογον, καίτοι τοῦτο θά ἔδει νά τό εἶχεν πράξει κατά τήν τρίτην προσωπικήν Κλῆσιν του πρός ἀπολογίαν.

 Ὁ δέ δεύτερος ἐπανειλημμένως ἔτι περισσότερον διεφώνησεν, διεχώρισεν τάς εὐθύνας του καί δέν ὑπέγραψεν τινάς ἐκ τῶν Ληστρικῶν ἀποφάσεων τοῦ Καϊαφικοῦ Συνεδρίου τοῦ Νικολάου, ἐξαιρέτως δέ τό κατά τῆς Μητρός Ἐκκλησίας βδέλυγμα τῶν Νικολαϊτῶν, ἤγουν τήν μέ Α.Π. 3280/27.11.2007 «ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ», δι' ἧς τήν ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου γενομένην ἀποδεικτήν τήν 15/28.10.1971 ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΗΝ ΕΥΧΗΝ, κατ' ἀπολύτως Σατανικόν τρόπον, ΜΕΤΕΒΑΛΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΣΤΟΙΧΕΙΩΣΑΝ ΕΙW ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ ΤΩΝ ὡς ἐπί σχισματικῶν!

 Ε’ Ἐπεφυλάχθη νά ἀποφασίση καί περί τῶν πρώην ἐπισκόπων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας 1) «Διαυλείας» ἤ ὡς «Θηβῶν καί Λεβαδείας» φερομένου Ἀνδρέου Σύρου καί 2) «Φιλίππων» Χρυσοστόμου Σύρου, τοῦ μέν ἐκφράσαντος τήν διάθεσιν πρός συνάντησιν, τοῦ δέ, λόγω ὑγείας καί διαμένοντος ἐν Ἀμερικῆ, εἰς οὐδεμίαν τῶν ληστρικῶν καί ἱεροσύλων συνεδριάσεων τῆς ψευδοσυνόδου τῶν Νικολαϊτῶν μετασχόντος προσωπικῶς.

 Ἡ παροῦσα Κοινοποιηθήσεται εἰς ἅπαντας τούς ὡς ἄνω πρώην ἐπισκόπους τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ ἐν Δ’ καί Ε’ Παραγράφοις μόλις ἀναφερθέντες, παραλλήλως κληθήσονται καί εἰς προσωπικήν ἤ δι' ἐγγράφου ἐπικοινωνίαν των μετά τῶν Κανονικῶν ἐκπροσώπων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, λαμβανομένου ὑπ' ὄψιν τοῦ ἰδίου Κατηγορη­τηρίου, (Α.Π. 498/2/15.1.2009 ὡς καί τῶν ἐν τῆ παρούση ἀποφάσεων καί πάντως ἐντός τακτοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὁρισθησομένου ἐγγράφως.

 Ἡ παροῦσα ἀνεγνώσθη καί ἐνεκρίθη ΟΜΟΦΩΝΩΣ τήν Παρασκευήν 28 Νοεμβρίου 2009 (Π.ἡ.), θέλει δέ ἀποσταλῆ εἰς οὕς ἀφορᾶ, ἀφοῦ προηγουμένως καθαρογραφῆ, καί τεθῆ ὑπ' ὄψιν Ἁπάντων τῶν μελῶν τοῦ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ, εἰς νέαν συνεδρίαν αὐτοῦ. Πρός τόν σκοπόν  τοῦτον τό Δικαστήριον ἐξουσιοδοτεῖ τούς Σεβ/τους Μητροπολίτας: 1) Μεσο­γαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκον τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί 2) Κιτίου καί πάσης Κύπρου Παρθένιον τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, καθώς καί τόν Γραμματέα τοῦ Α.Σ. Δικαστηρίου π. Ἀμφιλόχιον Ταμπουρᾶν, ὅπως ἐπιμεληθῶσι καί καθαρο­γράψωσι τό κείμενον τῆς παρούσης ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ.

 

ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
† Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Τ.Σ.Υ.
ΚΗΡΥΚΟΣ

ΤΑ ΜΕΛΗ
† Ὁ Βράντσεα ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ
(Ἐκκλησίας Ρουμανίας)
† Ὁ Κένυας ΜΑΤΘΑΙΟΣ
Τ.Υ.
(Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας)
† Ὁ Κιέβου ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Τ.Υ.
(Ἐκκλησίας Οὐκρανίας)
† Ὁ Κιτίου ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ
Τ.Υ.
(Ἐκκλησίας Κύπρου)

Ὁ Γραμματεύς
† Ἱερομόναχος
Ἀμφιλόχιος Ταμπουρᾶς

* * *

 

Β’ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ

ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

(Ἐν Μοβιλίτση τῆς ἐπαρχίας Βράντσεα Ρουμανίας,

Παρασκευή Διακαινησίμου 27 Μαρτίου 2010)

 

ΘΕΜΑ: Κοινοποίησις τῆς ὑπ' ἀριθμ. Πρωτ. 532/28.11.2009 ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ  ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ πρός ἅπαντας οὕς ἀφορᾶ.

 Ἐν τῶ Ἱερῶ Ναῶ Ζωοδόχου Πηγῆς Μοβιλίτσης Βράντσεα Ρουμανίας, σήμερον Παρασκευήν τῆς Διακαινησίμου 27.3.2010, καθ' ἅ προεβλέπετο, συνῆλθον ἐκ νέου ἅπαντα τά μέλη τοῦ ἀνωτάτου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, ἤτοι οἱ Σεβασμιώτατοι Μητροπολῖται: α) Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, β) Βράντσεα Γερόντιος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, γ) Κέννυας Ματθαῖος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας, ἐκπροσωπούμενος ὑπό τοῦ Αἰδ/του π. Μιχαήλ Ἰωάννου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, δ) Κιέβου Σεραφείμ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας, ἐκπροσωπούμενος ὑπό τοῦ Αἰδ/του π. Νικολάου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ε) Κιτίου Παρθένιος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἐνῶ τόν Γραμματέα του Δικαστηρίου π. Ἀμφιλόχιον, μή δυνηθέντα νά παραστῆ προσωπικῶς, ἀναπληροῖ ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας Κήρυκος. Κατ' αὐτήν ἀναγνωσθείσης τῆς ὑπ' ἀριθμ. Πρωτ. 532/28.11.2009 καθαρογραφείσης ὁμοφώνου ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, ἀπεφάσισεν καί ἀνέθεσεν εἰς τόν Μητροπολίτην Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκον καί τόν Ἱερομ. π. Ἀμφιλόχιον Ταμπουρᾶν, ὅπως μεριμνήσουν διά τήν κοινοποίησιν ταύτης πρός ἅπαντας οὕς ἀφορᾶ, καί τήν δημοσίευσίν της εἰς τό ἐπίσημον δημοσιογραφικόν ὄργανον τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τήν «ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΠΝΟΗΝ».

 

ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
† Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
ΚΗΡΥΚΟΣ

 
ΤΑ ΜΕΛΗ
† Ὁ Βράντσεα ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ
(Ἐκκλησίας Ρουμανίας)
† Ὁ Κένυας ΜΑΤΘΑΙΟΣ
(Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας)
α.α. ὁ Ἱερεύς π. Μιχαήλ
† Ὁ Κιέβου ΣΕΡΑΦΕΙΜ
(Ἐκκλησίας Οὐκρανίας)
α.α. ὁ Ἱερεύς π. Νικόλαος
† Ὁ Κιτίου ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ
(Ἐκκλησίας Κύπρου)

Ὁ Γραμματεύς
† Ἱερομόναχος
Ἀμφιλόχιος Ταμπουρᾶς

Ἁρμόδιος Δικαστικός Ἐπιμελητής ἐπιδότω τήν παροῦσαν εἰς τούς τέως ἐπισκόπους Νικόλαον Μεσσιακάρην, Παχώμιον Ἀργυρόπουλον, Παντελεήμονα Ντέσκαν καί Ἰγνάτιον Δάσσιον καθώς ἐν αὐτῆ ἀναφέρεται.

 
Ἐντολῆ καί ἐξουσιοδοτήσει

τῆς Πανορθοδόξου Ἱερᾶς Συνόδου

Ἐν Ἀθήναις τῆ 8/21.5.2010

 
† Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς

ΚΗΡΥΚΟΣ

 
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 (*) «Ο.Π.» Τόμος 11ος/2000 σελ. 111-116, 151-159, 171-199, 206-208, 217-225, Τόμος 12ος/2001 Α.Τ.  11 Ἀπρίλιος 2001 σελ. 11-24, 37-39, 41-53, 67-69, 75-97, 107-130, 133-140, 151-157, 166-173, 192-195, 211-216, 219-223, 243-279 (ἔνθα καί τό μέ Α.Π. 223/2.11. 2001 ἔγγραφον τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου, καθώς καί τό θεολογικόν Ὑπόμνημα ἐπί τῆς σκευωρίας «περί Ἀνάρχου» τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη) Τόμος 13ος/2002 Α.Τ. 120 σελ. 3-19, 43-84, 91-127, 139-162, 168-206, 219-250, 267-286, 336-355, 411-439, Τόμος 14ος/2003 σελ. 6-22, 27-38, 51-82, 83-93, 99-139, 147-159, 163-187, 195-217, 222-233, 243-257, 260-274, 291-322, Ὁλόκληρον τό τεῦχος τῆς «Ο.Π.» 140 Σεπτεμβρίου 2003 σελ. 339-400, 387-403, 419-447, 453-479, Τόμος 15ος/2004: σελ. 5-38, 43-75, 84-91, 101-114, 123-154, 163-188 206-214, 219-244, 254-267, 283-296, 303-311, 331-340, 346-350, 387-396, 427-454, 532-539. Τόμος 16ος/2005: σελ. 3-24, 51-59, 80-86, 102-115, 164-187, 195-221, 198-201 ΑΠΟΚΗΡΥΞΙΣ, 259-300, 313-321, 361-393, 403-412, 413-431, Τόμος 17ος/2006: 118-132, 187-201, 253-284, 285-324, 331-368, Τόμος 18ος/2007: 227-256, 307-324, 375-387.

 (*) Τά ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τούς προαναφερθέντας Α΄ καί Β΄ Τόμους ὑπό τόν τίτλον: «ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ».

 (*) Τήν ἀργίαν εἶχεν ἐπιβάλει Κανονικῶς, ἠτιολογημένως καί ἀπολύτως ἐπιβεβλημένως, ὁ Γέροντας καί Πνευματικός του π. Ἀμφιλόχιος καί μόνος αὐτός εἶχεν τό δικαίωμα νά τήν ἄρη ἤ νά τόν παραπέμψη εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον!...


ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
@ ΓΟΕΕ 2010